Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

  



Το ποτάμι κυλούσε αδιάκοπα, με μια ορμή σχεδόν αφύσικη, σαν να κουβαλούσε μέσα του μυστικά αιώνων. Τα νερά του δεν ήταν απλώς νερά· έμοιαζαν να ψιθυρίζουν, να καλούν, να υπόσχονται κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Οι ντόπιοι το απέφευγαν. Όχι επειδή φοβόντουσαν το βάθος του, αλλά επειδή γνώριζαν τι κατοικούσε μέσα σε αυτό.

Τις νύχτες χωρίς φεγγάρι, όταν η ομίχλη άπλωνε ένα πέπλο πάνω από την επιφάνεια, εμφανίζονταν εκείνες.

Οι νεράιδες.

Δεν έμοιαζαν με τα παραμύθια. Δεν ήταν αθώες, ούτε καλοσυνάτες. Η ομορφιά τους ήταν υπερβολική, σχεδόν ανυπόφορη για τα ανθρώπινα μάτια. Μαλλιά σαν υγρό μετάξι που έλαμπαν στο σκοτάδι, δέρμα που αντανακλούσε το φως σαν να ήταν φτιαγμένο από φεγγαρόσκονη, και μάτια… μάτια που δεν ανήκαν σε αυτόν τον κόσμο.

Όποιος τις έβλεπε, μαγευόταν.

Και αυτό ήταν το πρώτο λάθος.

Οι άντρες που περνούσαν κοντά στο ποτάμι ένιωθαν κάτι να τους τραβά. Μια φωνή, απαλή και γλυκιά, ψιθύριζε το όνομά τους, ακόμα κι αν καμία λέξη δεν ακουγόταν πραγματικά. Δεν μπορούσαν να αντισταθούν. Τα βήματά τους γίνονταν βαριά, αλλά προχωρούσαν. Τα μάτια τους άδειαζαν από σκέψη και γέμιζαν μόνο με επιθυμία.

Να τις αγγίξουν.
Να τις πλησιάσουν.
Να τις κάνουν δικές τους.

Οι νεράιδες χαμογελούσαν.

Και τότε άρχιζε το παιχνίδι.

Πλησίαζαν απαλά, σαν κύματα που χαϊδεύουν την ακτή. Τα δάχτυλά τους άγγιζαν το δέρμα των ανδρών, αφήνοντας πίσω τους μια παγωμένη αίσθηση. Κανείς δεν ένιωθε φόβο. Μόνο μια παράξενη ευφορία, σαν να είχαν βρει τον σκοπό της ζωής τους.

Κάποιοι έλεγαν ότι οι νεράιδες έταζαν αγάπη.
Άλλοι ότι έταζαν αιωνιότητα.

Η αλήθεια ήταν πιο σκοτεινή.

Τους οδηγούσαν μέσα στο ποτάμι.

Στην αρχή, το νερό έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Μετά στα γόνατα. Μετά στο στήθος. Κανείς δεν αντιστεκόταν. Κανείς δεν φώναζε. Μόνο κοιτούσαν τα πρόσωπα των νεράιδων, χαμένοι μέσα σε εκείνη την απόκοσμη ομορφιά.

Και όταν το νερό κάλυπτε τα πάντα…

οι νεράιδες εξαφανίζονταν.

Οι άντρες έμεναν μόνοι.

Το ρεύμα τούς παρέσερνε, βίαιο και αμείλικτο. Τα κορμιά τους χάνονταν στα βάθη, χωρίς να αφήσουν ίχνος. Μόνο το ποτάμι θυμόταν.

Όμως δεν ήταν όλοι τόσο τυχεροί ώστε να χαθούν αμέσως.

Μερικοί επέστρεφαν.

Ζωντανοί.

Ή τουλάχιστον… έτσι έμοιαζαν.

Τα μάτια τους είχαν αλλάξει. Δεν υπήρχε πια λογική μέσα τους. Μιλούσαν για τις νεράιδες σαν να ήταν θεές. Περιέγραφαν την ομορφιά τους με τρόμο και λατρεία μαζί. Και κάθε νύχτα, χωρίς εξαίρεση, προσπαθούσαν να επιστρέψουν στο ποτάμι.

Για να τις βρουν.
Για να τις παντρευτούν.
Για να ολοκληρώσουν αυτό που είχαν ξεκινήσει.

Κανείς δεν κατάφερε να τους σταματήσει.

Οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να καταλαβαίνουν. Δεν επρόκειτο απλώς για πλάσματα του νερού. Ήταν κάτι αρχαίο. Κάτι που τρεφόταν όχι μόνο από σώματα, αλλά και από επιθυμίες.

Λένε πως οι νεράιδες δεν σκότωναν από ανάγκη.

Σκότωναν από επιλογή.

Κάθε άντρας που έμπαινε στο ποτάμι είχε ήδη χαθεί από τη στιγμή που τις είδε. Η μοίρα του είχε σφραγιστεί όχι στο νερό, αλλά στο βλέμμα του.

Και το πιο τρομακτικό;

Το ποτάμι συνεχίζει να ρέει.

Και οι νεράιδες…

ακόμα περιμένουν.

Σχόλια