Η Μαγισούλα και το Κοχύλι της Θάλασσας

 



Η μικρή Αμέλια δεν ήταν μια συνηθισμένη μαθήτρια. Φοιτούσε στη Σχολή Μικρών Μάγων, μπορούσε να κάνει τις μαργαρίτες να τραγουδούν και γνώριζε ένα ξόρκι που μετέτρεπε τις πέτρες σε σοκολατένια μπισκότα. Όμως υπήρχε κάτι που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της: τη θάλασσα.

Όταν έκλεισε η σχολή για τις καλοκαιρινές διακοπές, οι γονείς της την πήγαν σ’ ένα μικρό νησί με λευκά σπίτια, γαλάζια παράθυρα και στενά δρομάκια που μοσχοβολούσαν γιασεμί.

Μόλις αντίκρισε τη θάλασσα, η Αμέλια άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.

«Είναι μεγαλύτερη από εκατό μαγικές λίμνες!» φώναξε.

Φόρεσε το κίτρινο καπέλο της, άρπαξε το μικρό της ραβδί και έτρεξε στην παραλία. Βούτηξε τα πόδια της στο νερό, έφτιαξε ένα κάστρο από άμμο και προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ένα ξόρκι για να το κάνει ψηλότερο.

«Καστράκι μικρό και φωτεινό, γίνε παλάτι θαλασσινό!»

Το κάστρο άρχισε να μεγαλώνει, αλλά μαζί του μεγάλωσαν και δύο καβουράκια που βρίσκονταν κρυμμένα στην άμμο. Σε λίγα δευτερόλεπτα έγιναν τόσο μεγάλα όσο δύο καρέκλες!

Η Αμέλια έβαλε τα γέλια, ενώ τα τρομαγμένα καβουράκια έτρεχαν γύρω της κουνώντας τις δαγκάνες τους.

«Συγγνώμη! Λάθος ξόρκι!»

Κούνησε ξανά το ραβδί της και τα καβουράκια επέστρεψαν στο κανονικό τους μέγεθος. Εκείνα χώθηκαν βιαστικά στην άμμο, μάλλον αποφασισμένα να μην πλησιάσουν ξανά μικρή μάγισσα.

Το απόγευμα, καθώς η Αμέλια περπατούσε στην ακροθαλασσιά, άκουσε έναν παράξενο ήχο.

«Βοήθεια…»

Κοίταξε γύρω της, αλλά δεν είδε κανέναν.

«Ποιος μίλησε;»

«Εδώ κάτω… δίπλα στο βράχο.»

Η Αμέλια έσκυψε και ανακάλυψε ένα μεγάλο γαλάζιο κοχύλι. Στην επιφάνειά του λαμπύριζαν μικροσκοπικά ασημένια αστέρια.

«Εσύ μίλησες;» ρώτησε.

«Ναι», απάντησε το κοχύλι. «Με λένε Αφρό. Η θάλασσα βρίσκεται σε κίνδυνο και χρειάζεται τη βοήθειά σου.»

Το κοχύλι εξήγησε ότι στα βάθη του πελάγους ζούσε η Βασίλισσα των Κυμάτων. Εκείνη κρατούσε ένα μαγικό μαργαριτάρι, το οποίο βοηθούσε το νερό να παραμένει καθαρό και τα θαλάσσια πλάσματα να βρίσκουν πάντοτε τον δρόμο τους. Το μαργαριτάρι, όμως, είχε χαθεί κατά τη διάρκεια μιας δυνατής καταιγίδας.

«Χωρίς αυτό, τα ψάρια μπερδεύονται, τα δελφίνια χάνονται και τα κύματα αγριεύουν», είπε ο Αφρός.

«Θα το βρω!» υποσχέθηκε η Αμέλια.

«Πρέπει να ψάξεις στον Κήπο των Κοραλλιών. Μόνο που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αναπνεύσει εκεί.»

Η μικρή μάγισσα χαμογέλασε και σήκωσε το ραβδί της.

«Φούσκα διάφανη, στρογγυλή, κράτησέ με ζωντανή!»

Μια μεγάλη γαλάζια φούσκα εμφανίστηκε γύρω από το κεφάλι της. Η Αμέλια πήρε βαθιά ανάσα και βούτηξε στη θάλασσα, κρατώντας τον Αφρό στην αγκαλιά της.

Κάτω από το νερό ανακάλυψε έναν υπέροχο κόσμο. Πολύχρωμα ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα σε κόκκινα κοράλλια, ασημένιες φυσαλίδες ανέβαιναν προς την επιφάνεια και ένα κοπάδι από μικρούς ιππόκαμπους την ακολουθούσε γεμάτο περιέργεια.

Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της ένα λυπημένο δελφίνι.

«Ψάχνεις κι εσύ το μαργαριτάρι;» το ρώτησε η Αμέλια.

Το δελφίνι κούνησε το κεφάλι του και την οδήγησε σε μια σκοτεινή θαλάσσια σπηλιά. Στην είσοδό της υπήρχαν δίχτυα, πλαστικά μπουκάλια και παλιά σκοινιά. Ανάμεσά τους φαινόταν μια αχνή πράσινη λάμψη.

«Το μαργαριτάρι!» φώναξε η Αμέλια.

Πλησίασε, αλλά τότε ένα τεράστιο χταπόδι ξεπρόβαλε από τη σπηλιά. Είχε μπλε μάτια και ένα σκουριασμένο κουτί κολλημένο σ’ ένα από τα πλοκάμια του.

«Μη μου πάρεις τον θησαυρό!» είπε θυμωμένο.

Η Αμέλια δεν σήκωσε το ραβδί της. Παρατήρησε ότι το χταπόδι δεν ήταν κακό. Ήταν φοβισμένο και πονούσε.

«Δεν ήρθα να σε πολεμήσω», του είπε. «Θέλω να σε βοηθήσω.»

Πλησίασε προσεκτικά και άγγιξε το σκουριασμένο κουτί.

«Σίδερο παλιό, φύγε από δω, άσε το πλοκάμι πάλι ελεύθερο και δυνατό!»

Το κουτί άνοιξε και έπεσε στον βυθό. Το χταπόδι κούνησε χαρούμενο όλα τα πλοκάμια του.

«Κανένας δεν προσπάθησε ποτέ να με βοηθήσει», είπε. «Πάρε το μαργαριτάρι. Το βρήκα μέσα στα σκουπίδια και νόμιζα πως ήταν ένα όμορφο παιχνίδι.»

Η Αμέλια πήρε το φωτεινό μαργαριτάρι και, με τη βοήθεια του δελφινιού, έφτασε στο υποθαλάσσιο παλάτι. Η Βασίλισσα των Κυμάτων την περίμενε πάνω σ’ έναν θρόνο φτιαγμένο από κοράλλια και όστρακα.

Μόλις το μαργαριτάρι επέστρεψε στη θέση του, ένα απαλό γαλάζιο φως απλώθηκε σε ολόκληρη τη θάλασσα. Τα νερά καθάρισαν, τα ψάρια άρχισαν να χορεύουν και τα κύματα ηρέμησαν.

«Έσωσες το βασίλειό μας», είπε η Βασίλισσα. «Τι επιθυμείς ως ανταμοιβή;»

Η Αμέλια σκέφτηκε λίγο.

«Θέλω μόνο να μπορώ να ακούω τη φωνή της θάλασσας, για να τη βοηθώ όταν με χρειάζεται.»

Η Βασίλισσα άγγιξε το γαλάζιο κοχύλι και του χάρισε μια χρυσή λάμψη.

«Κάθε φορά που θα το ακουμπάς στο αυτί σου, η θάλασσα θα σου μιλά.»

Όταν η Αμέλια επέστρεψε στην παραλία, ο ήλιος έδυε και έβαφε τον ουρανό πορτοκαλί. Οι γονείς της την είδαν να βγαίνει από το νερό παρέα με ένα δελφίνι και ένα χαρούμενο χταπόδι.

Την επόμενη ημέρα, η Αμέλια δεν χρησιμοποίησε τη μαγεία της για να φτιάξει τεράστια κάστρα. Πήρε έναν σάκο και άρχισε να μαζεύει τα σκουπίδια από την παραλία. Σύντομα τη βοήθησαν οι γονείς της, τα παιδιά του νησιού και αρκετοί μεγάλοι.

Το βράδυ κάθισε στην άμμο και ακούμπησε το κοχύλι στο αυτί της.

Μέσα από τον απαλό ήχο των κυμάτων άκουσε μια γλυκιά φωνή να της ψιθυρίζει:

«Η πιο δυνατή μαγεία δεν βρίσκεται στο ραβδί σου. Βρίσκεται στην καλοσύνη σου.»

Η μικρή μάγισσα χαμογέλασε. Εκείνες οι διακοπές δεν ήταν απλώς οι πρώτες της κοντά στη θάλασσα. Ήταν η αρχή μιας υπέροχης φιλίας που θα κρατούσε για πάντα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού