Η Μαγισούλα και το Δακρυσμένο Συννεφάκι
Εκείνο το πρωινό, η Μαγισούλα ξύπνησε από έναν δυνατό θόρυβο πάνω στη στέγη του σπιτιού της. Η βροχή έπεφτε τόσο δυνατά, που τα τζάμια έτρεμαν και οι σταγόνες χτυπούσαν το παράθυρο σαν μικρά βιαστικά δαχτυλάκια. Η Μαγισούλα σηκώθηκε από το κρεβάτι της, φόρεσε τη μωβ στολή της και κοίταξε έξω. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκρίζα σύννεφα, αλλά ένα μικρό συννεφάκι έκλαιγε περισσότερο από όλα τα άλλα. Από τα μάτια του έτρεχαν τεράστιες σταγόνες που έπεφταν κατευθείαν πάνω στο Μαγικό Σχολείο. «Μαμά, κοίτα! Το σχολείο πλημμυρίζει!» φώναξε τρομαγμένη η Μαγισούλα. Η μαμά της πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε προσεκτικά. Η αυλή του σχολείου είχε γεμίσει νερό, τα πολύχρωμα λουλούδια είχαν σχεδόν κρυφτεί και τα πέτρινα μονοπάτια είχαν γίνει μικρά ποτάμια. Το νερό είχε φτάσει μέχρι την κεντρική ξύλινη πόρτα με την επιγραφή «Μαγικό Σχολείο». «Πρέπει να πάμε γρήγορα», είπε η μαμά της. «Όμως να θυμάσαι πως το συννεφάκι δεν κλαίει χωρίς λόγο. Πρώτα πρέπει να μάθουμε τι το στενοχώρησε». Η Μαγισούλα πήρε το μ...