Ο Φύλλης και το Χαμένο Τραγούδι του Χωριού
Ένα δροσερό πρωινό, ο μικρός Φύλλης φόρεσε την πράσινη κάπα του, γέμισε το σακίδιό του με γλυκά μούρα και ξεκίνησε για μια μεγάλη βόλτα στο Μαγικό Δάσος. Ήθελε να επισκεφθεί το χωριό των ξωτικών, όπου είχε γεννηθεί και όπου ζούσαν ακόμη η γιαγιά του και οι παλιοί του φίλοι.
Το χωριό ονομαζόταν Φυλλοκρυμμένο, γιατί βρισκόταν καλά κρυμμένο κάτω από τα κλαδιά τεράστιων βελανιδιών. Τα σπιτάκια του ήταν χτισμένα μέσα σε κουφάλες δέντρων, πάνω σε χοντρούς κορμούς και ανάμεσα στις ρίζες. Μικρές ξύλινες γέφυρες ένωναν τα σπίτια, ενώ φωτεινά μανιτάρια φώτιζαν τους δρόμους τα βράδια.
Ο Φύλλης γνώριζε όλα τα μονοπάτια του δάσους. Αναγνώριζε τα ίχνη των ζώων, ήξερε ποια φυτά θεράπευαν τις μικρές πληγές και μπορούσε να βρίσκει περάσματα που κανένας άλλος δεν έβλεπε. Καθώς περπατούσε, χαιρετούσε τους σκίουρους, τα πουλιά και τα ελάφια.
Ύστερα από αρκετή ώρα έφτασε μπροστά σε έναν μεγάλο θάμνο με κόκκινα φύλλα. Παραμέρισε προσεκτικά τα κλαδιά και αποκάλυψε τη μυστική είσοδο του χωριού.
«Επέστρεψα!» φώναξε χαρούμενος.
Περίμενε να ακούσει μουσικές, γέλια και το τραγούδι των μικρών καμπανών. Όμως στο χωριό επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Τα παράθυρα ήταν κλειστά και τα ξωτικά στέκονταν λυπημένα στην κεντρική πλατεία.
Η γιαγιά του, η κυρά Μελισσώ, έτρεξε και τον αγκάλιασε.
«Φύλλη μου! Ήρθες την κατάλληλη στιγμή!» του είπε.
«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι;» τη ρώτησε εκείνος.
Η γιαγιά τού έδειξε το μεγάλο δέντρο που υψωνόταν στο κέντρο της πλατείας. Ήταν η Γηραιά Βελανιδιά, το αρχαιότερο δέντρο του χωριού. Κάθε πρωί, τα φύλλα της τραγουδούσαν μια γλυκιά μελωδία και ξυπνούσαν όλα τα ξωτικά. Εκείνη την ημέρα, όμως, τα κλαδιά της ήταν ακίνητα και κανένα τραγούδι δεν ακουγόταν.
«Η βελανιδιά σταμάτησε να τραγουδά», εξήγησε η γιαγιά. «Χωρίς το τραγούδι της, τα φωτεινά μανιτάρια χάνουν το φως τους και τα λουλούδια κλείνουν τα πέταλά τους».
Ο Φύλλης πλησίασε το δέντρο και ακούμπησε το χέρι του στον κορμό. Έκλεισε τα μάτια και άκουσε προσεκτικά. Πολύ βαθιά, κάτω από τη γη, ένιωσε έναν αδύναμο παλμό.
«Η βελανιδιά δεν έχασε τη φωνή της», είπε. «Διψάει! Το υπόγειο νερό που φτάνει στις ρίζες της έχει σταματήσει».
Ο Φύλλης ακολούθησε τις μεγάλες ρίζες μέχρι την άκρη του χωριού. Εκεί ανακάλυψε μικρές πατημασιές και μια σειρά από βρεγμένες πέτρες. Τα ίχνη οδηγούσαν προς μια σκοτεινή περιοχή του δάσους.
Τρεις παλιοί του φίλοι, ο Βελανής, η Δροσιά και ο μικρός Καρπός, αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Τα τέσσερα ξωτικά πέρασαν κάτω από χαμηλά κλαδιά, πήδηξαν πάνω από ένα ρυάκι και έφτασαν μπροστά σε έναν λόφο γεμάτο αγκάθια.
Πίσω από τα αγκάθια βρήκαν την πηγή που έδινε νερό στο χωριό. Ένας μεγάλος σωρός από πέτρες, λάσπη και πεσμένα κλαδιά είχε κλείσει το πέρασμα του νερού. Πάνω στον σωρό καθόταν ένα μικρό καφέ πλασματάκι και έκλαιγε.
Ήταν ένα νεαρό γκομπλινάκι.
«Εσύ έκλεισες την πηγή;» ρώτησε θυμωμένος ο Βελανής.
Το γκομπλινάκι χαμήλωσε το κεφάλι του.
«Δεν το έκανα επίτηδες», είπε. «Η δυνατή βροχή παρέσυρε το σπιτάκι μου. Προσπάθησα να φτιάξω ένα φράγμα για να προστατευτώ, αλλά οι πέτρες έκλεισαν ολόκληρη την πηγή. Δεν είμαι αρκετά δυνατός για να τις μετακινήσω».
Ο Φύλλης δεν θύμωσε. Κατάλαβε ότι το μικρό πλάσμα χρειαζόταν βοήθεια.
«Πρώτα θα ανοίξουμε την πηγή και μετά θα σου φτιάξουμε ένα ασφαλές σπίτι», του είπε.
Όλοι άρχισαν αμέσως τη δουλειά. Ο Βελανής και ο Καρπός μετακίνησαν τα μικρά κλαδιά. Η Δροσιά χρησιμοποίησε ένα κοχύλι για να αδειάσει τη λάσπη. Το γκομπλινάκι κύλησε τις μικρότερες πέτρες, ενώ ο Φύλλης εξέτασε προσεκτικά το έδαφος.
Σύντομα βρήκε ένα στενό άνοιγμα ανάμεσα σε δύο μεγάλους βράχους.
«Από εδώ πρέπει να περάσει το νερό!» είπε.
Τα ξωτικά έδεσαν ένα δυνατό αναρριχητικό φυτό γύρω από τον μεγαλύτερο βράχο. Τράβηξαν όλοι μαζί, αλλά ο βράχος δεν κουνήθηκε.
Τότε εμφανίστηκαν δύο κάστορες που ζούσαν κοντά στο ρυάκι. Ο Φύλλης τούς εξήγησε τι είχε συμβεί και εκείνοι δέχτηκαν να βοηθήσουν. Έβαλαν γερά κλαδιά κάτω από τον βράχο και τα χρησιμοποίησαν σαν μοχλούς.
«Ένα, δύο, τρία!» φώναξε ο Φύλλης.
Με μια τελευταία δυνατή προσπάθεια, ο βράχος μετακινήθηκε. Το καθαρό νερό ξεπήδησε μέσα από το άνοιγμα και άρχισε να κυλά ξανά προς το χωριό.
Τα ξωτικά πανηγύρισαν, όμως δεν ξέχασαν την υπόσχεσή τους. Με κλαδιά, φύλλα και μαλακά βρύα έφτιαξαν για το γκομπλινάκι ένα μικρό σπίτι σε ένα ασφαλές σημείο, μακριά από το νερό.
«Με λένε Μούργο», τους είπε συγκινημένο. «Κανένας δεν με είχε βοηθήσει ποτέ».
«Τώρα έχεις φίλους», του απάντησε ο Φύλλης.
Όταν επέστρεψαν στο Φυλλοκρυμμένο, το νερό είχε ήδη φτάσει στις ρίζες της Γηραιάς Βελανιδιάς. Στην αρχή ακούστηκε ένας πολύ απαλός ψίθυρος. Ύστερα τα φύλλα άρχισαν να κινούνται και μια γλυκιά μελωδία απλώθηκε σε όλο το χωριό.
Τα φωτεινά μανιτάρια άναψαν ξανά. Τα λουλούδια άνοιξαν και οι μικρές καμπάνες άρχισαν να χτυπούν. Όλα τα ξωτικά βγήκαν στην πλατεία, χόρεψαν και τραγούδησαν κάτω από τα κλαδιά της βελανιδιάς.
Η γιαγιά Μελισσώ αγκάλιασε τον Φύλλη.
«Το χωριό δεν ξέχασε ποτέ πόσο καλός και γενναίος είσαι», του είπε.
Ο Φύλλης χαμογέλασε και κοίταξε γύρω του τα φωτισμένα σπιτάκια, τις ξύλινες γέφυρες και τους παλιούς του φίλους. Είχε έρθει μόνο για να δει το χωριό του, αλλά τελικά είχε σώσει το τραγούδι του και είχε αποκτήσει έναν καινούριο φίλο.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στο παλιό του δωμάτιο, μέσα στον κορμό μιας μεγάλης καστανιάς. Έξω από το παράθυρο, τα φύλλα της Γηραιάς Βελανιδιάς συνέχιζαν να τραγουδούν.
Και ο Φύλλης κατάλαβε πως, όσο μακριά κι αν ταξίδευε, το Φυλλοκρυμμένο θα ήταν πάντα το αγαπημένο του σπίτι.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου