Η Μαγισούλα και το Χαμένο Μαγικό Ραβδί
Η Μαγισούλα ξύπνησε ένα όμορφο πρωινό με πολλή χαρά, γιατί είχε κανονίσει να πάει βόλτα στο μαγικό δάσος μαζί με το Ξωτικό και τη νεράιδα Λουμίνα. Ο ήλιος έλαμπε απαλά, τα πουλάκια τραγουδούσαν και η μαύρη γατούλα της τριβόταν στα πόδια της, σαν να ήθελε κι εκείνη να ακολουθήσει στην περιπέτεια.
Η Μαγισούλα φόρεσε το μωβ καπέλο της, πήρε τη μικρή της τσάντα και έτρεξε στην αυλή.
«Μαγικό ραβδί, έτοιμο;» είπε χαμογελώντας.
Άπλωσε το χέρι της στο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα, αλλά το ραβδί της δεν ήταν εκεί. Κοίταξε κάτω από το τραπεζάκι, πίσω από τη γλάστρα με τη λεβάντα, μέσα στην τσάντα της και πάνω στο παράθυρο. Τίποτα.
«Ωχ!» φώναξε. «Έχασα το μαγικό μου ραβδί!»
Εκείνη τη στιγμή έφτασε το Ξωτικό, φορώντας το πράσινο καπελάκι του και κρατώντας ένα μικρό καλάθι με φρούτα.
«Γιατί έχεις τέτοια φάτσα;» τη ρώτησε.
«Το ραβδί μου χάθηκε!» είπε η Μαγισούλα στενοχωρημένη. «Χωρίς αυτό δεν μπορώ να κάνω μαγεία.»
Τότε εμφανίστηκε η νεράιδα Λουμίνα, πετώντας απαλά πάνω από τα λουλούδια. Τα φτερά της έλαμπαν σαν μικρές σταγόνες πρωινού φωτός.
«Μην ανησυχείς, Μαγισούλα», είπε γλυκά. «Θα το βρούμε όλοι μαζί.»
Οι τρεις φίλοι άρχισαν να ψάχνουν. Πρώτα κοίταξαν στην αυλή του σπιτιού. Το Ξωτικό έψαξε πίσω από τον ξύλινο φράχτη, η Λουμίνα πέταξε πάνω από τις γλάστρες και η Μαγισούλα κοίταξε κάτω από τον πάγκο όπου άφηνε τα μαγικά της βιβλία.
«Εδώ δεν είναι», είπε το Ξωτικό.
«Ούτε μέσα στα λουλούδια», είπε η Λουμίνα.
Η Μαγισούλα προσπάθησε να θυμηθεί. «Χθες το είχα μαζί μου όταν πήγαμε στο ποταμάκι. Μετά περάσαμε από το μονοπάτι με τις μπλε πεταλούδες και στο τέλος καθίσαμε κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά.»
«Τότε θα ακολουθήσουμε τα βήματά σου», είπε το Ξωτικό αποφασιστικά.
Ξεκίνησαν για το δάσος. Το μονοπάτι ήταν γεμάτο πεσμένα φύλλα, μικρές πέτρες και φωτεινά μανιτάρια. Η μαύρη γατούλα περπατούσε μπροστά τους, μυρίζοντας το χώμα σαν αληθινή βοηθός.
Στο ποταμάκι, η Μαγισούλα κοίταξε μέσα στο νερό.
«Μήπως έπεσε εδώ;»
Το νερό κυλούσε καθαρό και γυάλιζε κάτω από τον ήλιο. Η Λουμίνα πέταξε χαμηλά και άγγιξε την επιφάνεια με το δάχτυλό της. Μικροί κύκλοι απλώθηκαν στο νερό, αλλά ραβδί δεν φάνηκε.
Μετά πήγαν στο μονοπάτι με τις μπλε πεταλούδες. Οι πεταλούδες πετούσαν γύρω τους χαρούμενες, όμως καμία δεν είχε δει το ραβδί.
«Ίσως το πήρε κάποιος κατά λάθος», είπε το Ξωτικό.
Η Μαγισούλα στενοχωρήθηκε ακόμη περισσότερο. «Κι αν το βρει κάποιος και κάνει λάθος μαγεία;»
Η Λουμίνα ακούμπησε απαλά το χέρι της.
«Γι’ αυτό πρέπει να μένουμε ψύχραιμοι. Όταν φοβόμαστε, κάνουμε πιο εύκολα λάθη.»
Η Μαγισούλα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έχεις δίκιο.»
Συνέχισαν μέχρι τη μεγάλη βελανιδιά. Εκεί, κάτω από τα κλαδιά, υπήρχαν μικρά ίχνη στο χώμα. Το Ξωτικό γονάτισε και τα κοίταξε προσεκτικά.
«Αυτά δεν είναι δικά μας πατήματα», είπε. «Μοιάζουν με πατημασιές μικρού σκαντζόχοιρου.»
Η γατούλα νιαούρισε και έτρεξε πίσω από έναν θάμνο. Οι τρεις φίλοι την ακολούθησαν και τότε είδαν κάτι πολύ αστείο. Ένας μικρός σκαντζόχοιρος είχε βάλει το μαγικό ραβδί πάνω σε δύο φυλλαράκια και το χρησιμοποιούσε σαν γέφυρα για να περάσουν τα μικρά του μωρά πάνω από μια λακκούβα.
Η Μαγισούλα άνοιξε τα μάτια της από την έκπληξη.
«Το ραβδί μου!» είπε, αλλά αμέσως χαμήλωσε τη φωνή της. «Μα το χρησιμοποιεί για καλό σκοπό.»
Το Ξωτικό γέλασε σιγανά. «Δεν ήθελε να κάνει μαγεία. Ήθελε απλώς να βοηθήσει την οικογένειά του.»
Η Λουμίνα χαμογέλασε. «Να μια όμορφη υπενθύμιση. Μερικές φορές κάτι που χάνουμε μπορεί να βοηθήσει κάποιον άλλο για λίγο.»
Η Μαγισούλα περίμενε υπομονετικά ώσπου πέρασαν όλα τα μικρά σκαντζοχοιράκια. Μετά πλησίασε ήρεμα τον σκαντζόχοιρο.
«Σε ευχαριστώ που πρόσεξες το ραβδί μου», του είπε. «Τώρα πρέπει να το πάρω πίσω.»
Ο σκαντζόχοιρος κούνησε τη μυτούλα του και έσπρωξε απαλά το ραβδί προς το μέρος της. Η Μαγισούλα το πήρε στα χέρια της και ένιωσε αμέσως καλύτερα.
«Από εδώ και πέρα θα το προσέχω περισσότερο», είπε.
Για να ευχαριστήσει τον μικρό σκαντζόχοιρο, δεν έκανε μεγάλο ξόρκι. Έβαλε μόνο μερικά φύλλα στη σωστή θέση και, με τη βοήθεια του Ξωτικού και της Λουμίνας, έφτιαξαν μια μικρή γερή γεφυρούλα πάνω από τη λακκούβα.
«Έτσι δεν θα χρειάζεται πια το ραβδί μου», είπε χαρούμενα.
Το Ξωτικό χτύπησε παλαμάκια. «Αυτή ήταν καλή λύση χωρίς πολλή μαγεία!»
Η Λουμίνα πέταξε γύρω από τη γεφυρούλα και άφησε λίγη νεραϊδόσκονη για να φαίνεται το μονοπάτι τη νύχτα.
Η Μαγισούλα χαμογέλασε. Είχε βρει το ραβδί της, αλλά είχε μάθει και κάτι πιο σημαντικό: τα πράγματά μας πρέπει να τα προσέχουμε, όμως όταν κάτι πάει στραβά, οι φίλοι, η ηρεμία και η καλοσύνη μπορούν να μας βοηθήσουν να βρούμε τη λύση.
Και έτσι, η Μαγισούλα, το Ξωτικό, η νεράιδα Λουμίνα και η μαύρη γατούλα γύρισαν χαρούμενοι στο σπίτι, ενώ πίσω τους η μικρή γεφυρούλα έλαμπε απαλά μέσα στο μαγικό δάσος.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου