Η Μαγισούλα και η Βαρετή Μέρα









Η Μαγισούλα καθόταν δίπλα στο μεγάλο παράθυρο του μικρού πέτρινου σπιτιού της και κοιτούσε έξω τον κήπο με τη λεβάντα και τα μυρωδικά. Η μαύρη γατούλα της κοιμόταν κουλουριασμένη στο καλάθι της, το τζάκι έκαιγε ήσυχα και τα παλιά μαγικά βιβλία στην ξύλινη βιβλιοθήκη έμεναν κλειστά. «Βαριέμαι», είπε η Μαγισούλα και ακούμπησε το μάγουλό της στο χέρι της. «Σήμερα δεν θέλω ούτε ξόρκια, ούτε φίλτρα, ούτε διάβασμα». Η μαμά της, που ετοίμαζε χαμομήλι στην κουζίνα, γύρισε και της χαμογέλασε γλυκά. «Μερικές φορές η βαρεμάρα κρύβει μια μικρή περιπέτεια», της είπε. Η Μαγισούλα αναστέναξε. «Δεν νομίζω. Η βαρεμάρα είναι απλώς βαρετή». Τότε, από τη σοφίτα ακούστηκε ένα παράξενο «χρατς χρατς». Η γατούλα άνοιξε το ένα μάτι. Η Μαγισούλα σηκώθηκε αργά, πήρε το μικρό ραβδί της και ανέβηκε τα ξύλινα σκαλιά. Στη σοφίτα, ένα παλιό βιβλίο είχε πέσει μόνο του στο πάτωμα. Το εξώφυλλό του έλαμπε απαλά και έγραφε: «Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Παιχνιδιών». «Αυτό δεν το έχω ξαναδεί», ψιθύρισε η Μαγισούλα. Άνοιξε την πρώτη σελίδα και αμέσως πετάχτηκαν στον αέρα μικρές φωτεινές μπάλες, σαν σαπουνόφουσκες γεμάτες αστέρια. Η μία έδειχνε ένα παιχνίδι με πεταλούδες, η άλλη ένα κρυφτό με σκιές και η τρίτη έναν χορό από μαγικά κουμπιά. Η Μαγισούλα χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. «Μα αυτό είναι τέλειο!» φώναξε. Διάλεξε τη φωτεινή μπάλα με τις πεταλούδες και αμέσως όλο το δωμάτιο γέμισε μικρές χρυσές πεταλούδες που άφηναν πίσω τους λαμπερές γραμμές. Η μαύρη γατούλα ανέβηκε τρέχοντας στη σοφίτα και άρχισε να κυνηγάει τις πεταλούδες χωρίς να τις πιάνει, γιατί ήταν φτιαγμένες από φως. Η Μαγισούλα γέλασε δυνατά. Μετά δοκίμασε το κρυφτό με τις σκιές. Η σκιά της κρύφτηκε πίσω από μια καρέκλα, μετά μέσα σε ένα άδειο καπέλο και μετά κάτω από ένα χαλί. «Έλα εδώ, σκανταλιάρα!» είπε η Μαγισούλα και την κυνήγησε μέχρι που έπεσε πάνω σε ένα μαξιλάρι και ξέσπασε σε γέλια. Ξαφνικά χτύπησε απαλά το παράθυρο. Ήταν η νεράιδα Λουμίνα, με φτερά που γυάλιζαν σαν πρωινή δροσιά. «Άκουσα γέλια και ήρθα», είπε. Λίγο μετά εμφανίστηκε και το ξωτικό, κρατώντας ένα μικρό σακουλάκι με καραμέλες από το δάσος. «Εγώ άκουσα τη λέξη παιχνίδι», είπε πονηρά. Η Μαγισούλα τους έδειξε το βιβλίο και όλοι μαζί διάλεξαν το τρίτο παιχνίδι, τον χορό των μαγικών κουμπιών. Από το βιβλίο πετάχτηκαν πολύχρωμα κουμπιά που άρχισαν να χοροπηδούν στο πάτωμα. Κάθε φορά που κάποιος πατούσε ένα κουμπί, ακουγόταν ένας αστείος ήχος: «πλουπ», «τινγκ», «μπουμ», «νιαου». Η γατούλα πάτησε ένα μωβ κουμπί και ακούστηκε ένα δυνατό «νιαου-τραλαλά». Όλοι γέλασαν τόσο πολύ που η Μαγισούλα ξέχασε εντελώς πως πριν από λίγο βαριόταν. Όταν τελείωσε το παιχνίδι, το βιβλίο έκλεισε μόνο του και πάνω στο εξώφυλλο εμφανίστηκε μια νέα φράση: «Η φαντασία ξυπνά όταν της δώσεις λίγο χώρο». Η Μαγισούλα κατέβηκε στην κουζίνα με τους φίλους της και η μαμά της σέρβιρε ζεστό χαμομήλι και μικρά μπισκότα με αστέρια. «Λοιπόν;» τη ρώτησε χαμογελώντας. «Ήταν ακόμα βαρετή η μέρα;» Η Μαγισούλα κούνησε το κεφάλι της. «Όχι. Ήταν η πιο αστεία βαρετή μέρα που έχω ζήσει!» Από τότε, κάθε φορά που η Μαγισούλα βαριόταν, δεν γκρίνιαζε αμέσως. Καθόταν ήσυχα, κοιτούσε γύρω της και έψαχνε τη μικρή περιπέτεια που μπορεί να κρυβόταν σε ένα βιβλίο, σε ένα παράθυρο, σε μια σκιά ή ακόμα και μέσα στη φαντασία της.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού