Η Λουμίνα και ο Κήπος που Έχασε το Φως




Η μικρή νεράιδα Λουμίνα ζούσε κοντά στο Μαγικό Δάσος, μέσα σε ένα σπιτάκι κρυμμένο στα πέταλα ενός τεράστιου ροζ λουλουδιού. Ήταν εννέα ετών, είχε χρυσαφένια μαλλιά και γαλαζορόδινα φτερά που λαμπύριζαν κάθε φορά που γελούσε. Η Λουμίνα μπορούσε να δημιουργεί απαλό φως με τα χέρια της, να θεραπεύει μικρές πληγές και να μιλά με τις πεταλούδες. Γνώριζε επίσης τους ανέμους και μπορούσε να καταλάβει από το τραγούδι τους πότε πλησίαζε βροχή ή καταιγίδα.
Ένα απόγευμα, η Λουμίνα πετούσε προς τη Σχολή Μαγικών Τεχνών «Αστρόσκονη» για να συναντήσει τη φίλη της, τη Μάγια. Ξαφνικά άκουσε έναν αδύναμο ψίθυρο να έρχεται από τον Κήπο των Φωτεινών Λουλουδιών.
«Βοήθεια… Το φως μας χάνεται…» έλεγαν οι μικρές μαργαρίτες.
Η Λουμίνα κατέβηκε αμέσως στον κήπο. Όλα τα λουλούδια είχαν κλείσει τα πέταλά τους. Οι φωτεινές παπαρούνες είχαν γίνει γκρίζες και τα χρυσά τριαντάφυλλα δεν έλαμπαν πια. Στο κέντρο του κήπου βρισκόταν η Μεγάλη Λουλουδένια Λάμπα, όμως η μαγική της φλόγα είχε σβήσει.
«Μη φοβάστε! Θα τη βρω και θα τη φέρω πίσω!» είπε βιαστικά η Λουμίνα.
Μια γαλάζια πεταλούδα προσγειώθηκε στον ώμο της. Της εξήγησε ότι ένας δυνατός άνεμος είχε αρπάξει τη μικρή φωτεινή φλόγα και την είχε παρασύρει μέχρι τη Σκοτεινή Σπηλιά. Η Λουμίνα κοίταξε προς τη σπηλιά και τα φτερά της σταμάτησαν να λάμπουν. Φοβόταν πολύ το σκοτάδι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τρέξει στη Μάγια και να ζητήσει τη βοήθειά της. Ύστερα όμως άκουσε τα λουλούδια να κλαίνε.
«Η Μάγια πάντα λέει ότι το θάρρος δεν σημαίνει πως δεν φοβάσαι», ψιθύρισε. «Σημαίνει πως προχωράς, ακόμη κι όταν φοβάσαι».
Η Λουμίνα άνοιξε τα χέρια της και δημιούργησε μια μικρή φωτεινή σφαίρα. Με αυτήν να πετά μπροστά της, μπήκε στη Σκοτεινή Σπηλιά. Από την οροφή έπεφταν σταγόνες και παράξενοι ήχοι αντηχούσαν ανάμεσα στους βράχους. Η Λουμίνα φοβόταν, αλλά συνέχισε. Σύντομα βρήκε τη χαμένη φλόγα παγιδευμένη πίσω από έναν σωρό πέτρες. Προσπάθησε να τις μετακινήσει, όμως ήταν πολύ βαριές.
Τότε άκουσε έναν άνεμο να σφυρίζει μέσα από μια μικρή σχισμή. Η Λουμίνα έκλεισε τα μάτια και άκουσε προσεκτικά το τραγούδι του.
«Είμαι ο Ανατολικός Άνεμος», της είπε εκείνος. «Μπορώ να σε βοηθήσω, αλλά πρέπει να μου δείξεις τον δρόμο».
Η Λουμίνα άφησε το φως της να απλωθεί μέσα στη σπηλιά. Ο Ανατολικός Άνεμος ακολούθησε τη φωτεινή διαδρομή, φύσηξε δυνατά και κύλησε τις βαριές πέτρες μακριά. Η μικρή φλόγα ελευθερώθηκε και πέταξε χαρούμενη γύρω από τη νεράιδα.
Στον δρόμο της επιστροφής, η Λουμίνα βρήκε μια πεταλούδα με τραυματισμένο φτερό. Την κράτησε απαλά στις παλάμες της και τη σκέπασε με ζεστό, γαλάζιο φως. Σε λίγες στιγμές, το φτερό θεραπεύτηκε και η πεταλούδα πέταξε ξανά.
Όταν η Λουμίνα επέστρεψε στον κήπο, τοποθέτησε τη φλόγα στη Μεγάλη Λουλουδένια Λάμπα. Αμέσως ολόκληρος ο τόπος γέμισε χρώματα. Τα τριαντάφυλλα έλαμψαν σαν χρυσά αστέρια, οι παπαρούνες άνοιξαν τα πέταλά τους και οι μαργαρίτες άρχισαν να τραγουδούν.
Εκείνη τη στιγμή έφτασε η Μάγια πάνω στη μαγική της σκούπα, τη Χρυσοκλωστή. Η μαύρη γατούλα της, η Σκιά, καθόταν μπροστά στη λαβή και κοιτούσε εντυπωσιασμένη τον φωτεινό κήπο.
«Τα κατάφερες μόνη σου!» είπε χαρούμενη η Μάγια.
«Φοβήθηκα πολύ», παραδέχτηκε η Λουμίνα. «Όμως κατάλαβα ότι ακόμη και το πιο μικρό φως μπορεί να νικήσει ένα μεγάλο σκοτάδι».
Από εκείνη την ημέρα, η Μεγάλη Λουλουδένια Λάμπα άναβε κάθε βράδυ. Και όποτε η Λουμίνα ένιωθε ξανά φόβο, θυμόταν τη Σκοτεινή Σπηλιά, άνοιγε τα γαλαζορόδινα φτερά της και άφηνε το φως της καρδιάς της να της δείχνει τον δρόμο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού