Η Μαγισούλα και η Πρωινή Εκδρομή στο Δάσος
Ο ήλιος δεν είχε ακόμη φανεί καλά στον ουρανό, όταν η Μαγισούλα άνοιξε τα μάτια της. Έξω από το παράθυρό της, το σκοτάδι άρχιζε σιγά σιγά να γίνεται γαλάζιο και τα τελευταία αστέρια ετοιμάζονταν να κρυφτούν. Η μικρή μαύρη γατούλα κοιμόταν κουλουριασμένη στα πόδια του κρεβατιού, ενώ το μαγικό ραβδί βρισκόταν μέσα στη θήκη του, πάνω στο κομοδίνο. Ξαφνικά ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα. «Μαγισούλα μου, ξύπνησες;» ρώτησε η μαμά της. «Σήμερα θα πάμε στο δάσος μαζί με το Ξωτικό και τη Νεράιδα!» Η Μαγισούλα πετάχτηκε από το κρεβάτι τόσο γρήγορα, που η γατούλα ξύπνησε και την κοίταξε παραξενεμένη. «Σήμερα είναι η μεγάλη μας εκδρομή!» φώναξε χαρούμενη.
Η Μαγισούλα φόρεσε το μωβ φόρεμά της με τα χρυσά αστέρια, τις άνετες μπότες της και το μικρό καπέλο της. Πήρε ένα σακίδιο, έβαλε μέσα το μαγικό βιβλίο, το ραβδί της, ένα παγουρίνο με νερό και μια απαλή κουβέρτα για το πικνίκ. Η μαμά της την περίμενε στην κουζίνα. Φορούσε ένα μακρύ μωβ φόρεμα με μικρά φεγγάρια, ένα ζεστό πανωφόρι και το αγαπημένο της κόσμημα σε σχήμα αστεριού. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν ζεστό γάλα, ψωμάκια, μέλι, φρούτα και μικρά μπισκότα. «Πριν από κάθε μεγάλη περιπέτεια χρειαζόμαστε ένα καλό πρωινό», είπε η μαμά χαμογελώντας.
Μόλις τελείωσαν, ακούστηκε το κουδούνι. Στην πόρτα στέκονταν το Ξωτικό και η Νεράιδα. Το Ξωτικό φορούσε ένα πράσινο σκουφάκι, καφέ μποτάκια και ένα σακίδιο γεμάτο νόστιμα φρούτα. Η Νεράιδα είχε μαζέψει τα μαλλιά της με μικρά λουλούδια και τα πολύχρωμα φτερά της λαμπύριζαν στο πρωινό φως. Κρατούσε ένα καλαθάκι με σάντουιτς και χυμούς. «Είμαστε έτοιμοι!» φώναξαν οι δύο φίλοι. Η μαμά της Μαγισούλας τούς καλωσόρισε και τους βοήθησε να βάλουν τα πράγματά τους στο αυτοκίνητο.
Το αυτοκίνητο ήταν μικρό, γαλάζιο και είχε ασημένια αστέρια στις πόρτες. Δεν πετούσε και δεν εξαφανιζόταν, επειδή η μαμά έλεγε πως στον δρόμο έπρεπε να ακολουθούν τους κανόνες όπως όλοι. Τα παιδιά κάθισαν στις θέσεις τους και έδεσαν τις ζώνες ασφαλείας. Η γατούλα μπήκε στο ειδικό της καλαθάκι και κουλουριάστηκε πάνω σε ένα μαλακό μαξιλάρι. «Όλοι δεμένοι;» ρώτησε η μαμά. «Όλοι!» απάντησαν μαζί.
Καθώς το αυτοκίνητο προχωρούσε, ο ήλιος ανέβαινε πάνω από τους λόφους. Οι δρόμοι περνούσαν ανάμεσα από χωράφια, μικρά χωριά και ανθισμένους κήπους. Η Μαγισούλα παρατηρούσε τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς πάνω στα φύλλα. Η Νεράιδα έδειχνε τα πουλιά που πετούσαν στον ουρανό, ενώ το Ξωτικό μετρούσε τις κόκκινες σκεπές των σπιτιών. Έπειτα από λίγη ώρα, τα σπίτια λιγόστεψαν και γύρω τους εμφανίστηκαν ψηλά δέντρα. Είχαν φτάσει στο Μεγάλο Δάσος των Ψιθύρων.
Η μαμά πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα ασφαλές σημείο, δίπλα στην ξύλινη πινακίδα του μονοπατιού. Όλοι πήραν τα σακίδια και τα καλαθάκια τους. «Θα περπατάμε πάντοτε μαζί, δεν θα απομακρυνόμαστε από το μονοπάτι και δεν θα ενοχλούμε τα ζώα», τους εξήγησε η μαμά. Τα παιδιά συμφώνησαν και ξεκίνησαν την εξερεύνηση. Το δάσος μοσχοβολούσε πεύκο, βρεγμένο χώμα και αγριολούλουδα. Μικρές ακτίνες του ήλιου περνούσαν ανάμεσα από τα κλαδιά και σχημάτιζαν χρυσούς κύκλους στο έδαφος.
Το Ξωτικό γνώριζε πολλά πράγματα για το δάσος. Τους έδειξε βρύα που φύτρωναν πάνω στους κορμούς, κουκουνάρια που είχαν ανοίξει και μικροσκοπικά μανιτάρια κάτω από τα φύλλα. «Δεν αγγίζουμε ούτε τρώμε άγνωστα μανιτάρια», τους προειδοποίησε. Η Νεράιδα πετούσε χαμηλά και χαιρετούσε τις πεταλούδες, ενώ η Μαγισούλα κρατούσε τη γατούλα κοντά της. Ξαφνικά άκουσαν έναν αδύναμο ήχο πίσω από έναν θάμνο. «Τι ήταν αυτό;» ψιθύρισε η Μαγισούλα.
Οι φίλοι πλησίασαν μαζί με τη μαμά. Ανάμεσα στα φύλλα βρισκόταν ένα μικρό κουκουβαγάκι. Δεν ήταν τραυματισμένο, αλλά έδειχνε φοβισμένο και είχε απομακρυνθεί από τη φωλιά του. Ψηλά στα δέντρα ακουγόταν μια μεγάλη κουκουβάγια να το φωνάζει. «Πρέπει να το βοηθήσουμε να επιστρέψει κοντά στη μητέρα του», είπε η Νεράιδα. Η Μαγισούλα θέλησε να χρησιμοποιήσει αμέσως το ραβδί της, όμως θυμήθηκε τα λόγια της μαμάς της. Πριν κάνουμε μαγεία, σκεφτόμαστε προσεκτικά και ζητάμε τη βοήθεια ενός μεγάλου.
Η μαμά κοίταξε γύρω της και ανακάλυψε τη φωλιά σε ένα χαμηλό κλαδί. «Μπορούμε να βοηθήσουμε, αλλά πρέπει να είμαστε ήρεμοι και προσεκτικοί», είπε. Το Ξωτικό βρήκε ένα γερό πεσμένο κλαδί και το τοποθέτησε σαν μικρή γέφυρα μέχρι τον κορμό. Η Νεράιδα πέταξε κοντά στο κουκουβαγάκι και του μίλησε απαλά, για να μην τρομάξει. Η Μαγισούλα άνοιξε το μαγικό βιβλίο και, με την άδεια της μαμάς της, βρήκε ένα απλό ξόρκι για ένα μικρό φωτεινό μονοπάτι.
Κούνησε προσεκτικά το ραβδί και είπε: «Φως απαλό και φωτεινό, δείξε τον δρόμο τον σωστό!» Μια σειρά από μικρά χρυσά αστεράκια εμφανίστηκε πάνω στο κλαδί. Το κουκουβαγάκι τα ακολούθησε με μικρά βήματα. Η Νεράιδα πετούσε δίπλα του, το Ξωτικό κρατούσε σταθερή τη γέφυρα και η Μαγισούλα διατηρούσε το φωτεινό μονοπάτι. Σε λίγο, το μικρό πουλί έφτασε στη φωλιά του. Η μητέρα κουκουβάγια άνοιξε τα φτερά της και το αγκάλιασε. Έπειτα κοίταξε τους φίλους και ανοιγόκλεισε τα μεγάλα μάτια της σαν να τους έλεγε ευχαριστώ.
«Τα καταφέραμε επειδή συνεργαστήκαμε», είπε χαρούμενο το Ξωτικό. «Και επειδή χρησιμοποιήσαμε τη μαγεία με προσοχή», πρόσθεσε η Μαγισούλα. Η μαμά της χαμογέλασε περήφανα. «Η δυνατότερη μαγεία δεν βρίσκεται μόνο στο ραβδί. Βρίσκεται στην καλοσύνη, στην υπομονή και στη συνεργασία», τους είπε.
Οι φίλοι συνέχισαν τον περίπατό τους και έφτασαν σε ένα ξέφωτο γεμάτο μαργαρίτες. Στο κέντρο υπήρχε ένα μικρό ρυάκι με καθαρό νερό. Άπλωσαν την κουβέρτα κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά και έβγαλαν τα φαγητά τους. Έφαγαν σάντουιτς, φρούτα, ψωμάκια με μέλι και τα μικρά μπισκότα της μαμάς. Η γατούλα κάθισε δίπλα τους και παρατηρούσε ένα φύλλο που χόρευε στον αέρα. Όταν τελείωσαν, μάζεψαν προσεκτικά όλα τα σκουπίδια και άφησαν το ξέφωτο πιο καθαρό από όσο το είχαν βρει.
Ύστερα έπαιξαν ένα παιχνίδι ανακάλυψης. Η μαμά τούς ζήτησε να βρουν κάτι απαλό, κάτι μυρωδάτο, κάτι στρογγυλό και κάτι που έκανε έναν όμορφο ήχο. Η Μαγισούλα βρήκε ένα απαλό πεσμένο φτερό, η Νεράιδα ένα μυρωδάτο λουλούδι, το Ξωτικό ένα στρογγυλό βελανίδι και όλοι μαζί άκουσαν το τραγούδι του νερού. Δεν πήραν τίποτα από το δάσος. Τα παρατήρησαν, τα θαύμασαν και τα άφησαν στη θέση τους.
Το απόγευμα πλησίαζε και ο ουρανός άρχισε να βάφεται πορτοκαλί. Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Καθώς περπατούσαν προς το αυτοκίνητο, είδαν το κουκουβαγάκι μέσα στη φωλιά του. Τώρα ήταν ασφαλές δίπλα στη μητέρα του. Η Μαγισούλα το χαιρέτησε και εκείνο απάντησε με ένα μικρό, χαρούμενο «χου!».
Τα παιδιά κάθισαν ξανά στις θέσεις τους και έδεσαν τις ζώνες. Στον δρόμο της επιστροφής, το Ξωτικό αποκοιμήθηκε ακουμπισμένο στο σακίδιό του. Η Νεράιδα έκλεισε τα μάτια της και τα φτερά της έλαμπαν απαλά. Η Μαγισούλα κοίταζε το δάσος που απομακρυνόταν και σκεφτόταν όσα είχαν ζήσει. Η μαμά της την κοίταξε από τον καθρέφτη. «Πέρασες όμορφα;» τη ρώτησε. «Ήταν η καλύτερη πρωινή εκδρομή!» απάντησε η Μαγισούλα. «Μάθαμε ότι το δάσος είναι το σπίτι πολλών πλασμάτων και πρέπει πάντοτε να το αγαπάμε και να το προστατεύουμε».
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, αποχαιρέτησαν το Ξωτικό και τη Νεράιδα με μια μεγάλη αγκαλιά. Η Μαγισούλα τακτοποίησε το μαγικό βιβλίο και το ραβδί της, φόρεσε τις πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Η μαύρη γατούλα κουλουριάστηκε δίπλα της. Η μαμά τη σκέπασε, της έδωσε ένα φιλί και της ψιθύρισε: «Κάθε όμορφη περιπέτεια γίνεται ακόμη καλύτερη όταν τη μοιραζόμαστε με ανθρώπους που αγαπάμε». Η Μαγισούλα χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια της. Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε το φωτεινό μονοπάτι, το μικρό κουκουβαγάκι και την επόμενη εκδρομή που θα έκανε μαζί με τη μαμά και τους αγαπημένους της φίλους.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου