Η Μαγισούλα Φεύγει από τη Θάλασσα
Η Μαγισούλα στεκόταν στην άκρη της αμμουδιάς και κοιτούσε τα κύματα που έλαμπαν κάτω από το φως του ήλιου. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, γαλάζια και γεμάτη μικρές ασημένιες σπίθες, σαν κάποιος να είχε ρίξει μέσα της χρυσόσκονη. Δίπλα της η μαύρη γατούλα τίναζε τα πατουσάκια της, γιατί δεν της άρεσε καθόλου να έχει άμμο ανάμεσα στα νύχια της. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγουμε», είπε η Μαγισούλα και φόρεσε καλύτερα το μωβ καπέλο της. «Η θάλασσα ήταν όμορφη, αλλά το μαγικό σχολείο με περιμένει». Τότε ένα μικρό κύμα πλησίασε απαλά τα πόδια της και άφησε μπροστά της ένα κοχύλι που έλαμπε με γαλάζιο φως. Η Μαγισούλα το σήκωσε προσεκτικά. Από μέσα ακούστηκε μια γλυκιά φωνή, σαν τραγούδι του νερού. «Μην ξεχάσεις τη θάλασσα, μικρή μάγισσα. Όταν χρειαστείς θάρρος, άκου τον ήχο μου». Η Μαγισούλα χαμογέλασε και έκρυψε το κοχύλι στην τσέπη της. «Σε ευχαριστώ», ψιθύρισε. Πίσω της, η νεράιδα Λουμίνα τίναξε τα φωτεινά φτερά της, ενώ το ξωτικό μάζευε βιαστικά τα τελευταία του πράγματα μέσα σε ένα μικρό σακίδιο. «Πάμε πριν αρχίσει πάλι να φυσάει», είπε το ξωτικό. «Η άμμος μπήκε μέχρι και στα αυτιά μου». Όλοι γέλασαν και άρχισαν να περπατούν μακριά από την παραλία. Όμως όσο απομακρύνονταν, η Μαγισούλα ένιωθε ότι κάτι την ακολουθούσε. Γύρισε πίσω και είδε μια μικρή σταγόνα νερού να αιωρείται στον αέρα. Η σταγόνα είχε μάτια, χαμόγελο και ένα μικροσκοπικό στέμμα από αφρό. «Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε η Μαγισούλα. «Είμαι η Σταγονούλα», απάντησε η μικρή σταγόνα. «Η θάλασσα με έστειλε να σε συνοδεύσω μέχρι το δάσος». Η Μαγισούλα ενθουσιάστηκε. «Μα μπορείς να έρθεις μακριά από το νερό;» Η Σταγονούλα έκανε μια στροφή στον αέρα. «Μόνο για λίγο. Μετά πρέπει να γυρίσω στα κύματα». Ο δρόμος από τη θάλασσα προς το δάσος ήταν γεμάτος πέτρες, αγριολούλουδα και μικρά μονοπάτια. Καθώς περπατούσαν, ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει και ο ουρανός έγινε ροζ και χρυσός. Η Μαγισούλα ένιωσε ξαφνικά μια μικρή λύπη. Της άρεσε η θάλασσα. Της άρεσε ο ήχος των κυμάτων, η μυρωδιά του αλατιού και τα μυστικά που έκρυβαν τα κοχύλια. «Δεν θέλω να φύγω για πάντα», είπε σιγανά. Η Λουμίνα ακούμπησε απαλά το χέρι της. «Δεν φεύγεις για πάντα. Απλώς συνεχίζεις την περιπέτειά σου». Το ξωτικό κούνησε σοβαρά το κεφάλι του. «Και κάθε καλή περιπέτεια χρειάζεται δρόμο, δάσος, σχολείο, φίλους και κάτι να φας». Η γατούλα νιαούρισε, σαν να συμφωνούσε κυρίως με το φαγητό. Όταν έφτασαν στην άκρη του μαγικού δάσους, η Σταγονούλα άρχισε να μικραίνει. «Πρέπει να γυρίσω τώρα», είπε. Η Μαγισούλα την κοίταξε με τρυφερότητα. «Θα σε ξαναδώ;» «Κάθε φορά που θα ακούς το κοχύλι», απάντησε η Σταγονούλα. Μετά έγινε μια λαμπερή σταγόνα φωτός και πέταξε πίσω προς τη θάλασσα. Η Μαγισούλα κράτησε το κοχύλι στην παλάμη της και το έφερε κοντά στο αυτί της. Άκουσε τα κύματα να τραγουδούν απαλά. Δεν ένιωθε πια λύπη. Ένιωθε πως είχε πάρει μαζί της ένα μικρό κομμάτι της θάλασσας. Έτσι, η Μαγισούλα, η Λουμίνα, το ξωτικό και η μαύρη γατούλα συνέχισαν το μονοπάτι μέσα στο δάσος. Μπροστά τους, ανάμεσα στα δέντρα, φαινόταν μακριά το μεγάλο πέτρινο μαγικό σχολείο, με τους ψηλούς πύργους, τις μωβ και μπλε σκεπές, τα χρυσά αστέρια και τα φωτεινά παράθυρα. Η Μαγισούλα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πάμε», είπε χαμογελώντας. «Η θάλασσα μού έμαθε να μη φοβάμαι το επόμενο κύμα. Τώρα θέλω να δω τι θα μου μάθει το δάσος». Και με το κοχύλι στην τσέπη και τους φίλους της δίπλα της, προχώρησε προς την επόμενη μαγική της μέρα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου