Η Νεράιδα και το Ξωτικό στον Μαγικό Δρόμο
Ένα φωτεινό απόγευμα, η νεράιδα Λουμίνα και το ξωτικό Φύλλης συναντήθηκαν κοντά στο μαγικό σχολείο. Τα μαθήματα είχαν τελειώσει και οι δύο φίλοι ήθελαν να παίξουν πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους.
«Πάμε στον Μαγικό Δρόμο;» πρότεινε η Λουμίνα.
Ο Μαγικός Δρόμος ήταν ένα παράξενο μονοπάτι που άλλαζε κάθε φορά που περνούσε κάποιος από πάνω του. Οι πέτρες του φωτίζονταν με διαφορετικά χρώματα, μικρά αστέρια εμφανίζονταν στον αέρα και τα δέντρα ψιθύριζαν αστείες οδηγίες.
«Μόνο αν παίξουμε το παιχνίδι με τα φωτεινά βήματα!» είπε ο Φύλλης.
Οι δύο φίλοι έφτασαν στην αρχή του δρόμου. Μπροστά τους υπήρχαν κόκκινες, μπλε, πράσινες και χρυσές πέτρες.
Μια ξύλινη πινακίδα έγραφε:
«Πάτησε στο σωστό χρώμα και ο δρόμος θα σου δείξει το επόμενο παιχνίδι.»
Πρώτη έπαιξε η Λουμίνα. Ένα μικρό συννεφάκι εμφανίστηκε πάνω από το κεφάλι της και είπε:
«Βρες το χρώμα της χαράς.»
Η Λουμίνα σκέφτηκε τους φίλους της, άνοιξε τα φτερά της και πάτησε πάνω στη χρυσή πέτρα.
Αμέσως, δεκάδες μικρές σαπουνόφουσκες γέμισαν τον δρόμο. Μέσα σε κάθε φούσκα υπήρχε ένα χαμογελαστό αστεράκι.
«Το βρήκες!» φώναξε ο Φύλλης.
Ύστερα ήρθε η σειρά του ξωτικού. Ένα μικρό δέντρο κούνησε τα κλαδιά του και είπε:
«Βρες το χρώμα του δάσους.»
Ο Φύλλης πάτησε στην πράσινη πέτρα. Αμέσως, μπροστά τους εμφανίστηκαν τρία ξύλινα στεφάνια.
«Το επόμενο παιχνίδι είναι οι Ιπτάμενοι Κρίκοι!» ανακοίνωσε το δέντρο.
Οι φίλοι έπρεπε να πετάξουν μικρές φωτεινές μπάλες μέσα από τα στεφάνια. Η Λουμίνα πετούσε ψηλά και σημάδευε από τον αέρα, ενώ ο Φύλλης στεκόταν στο έδαφος και υπολόγιζε προσεκτικά τη δύναμη κάθε βολής.
Η πρώτη μπάλα της Λουμίνας πέρασε από δύο στεφάνια και έγινε χρυσή πεταλούδα.
Η πρώτη μπάλα του Φύλλη χτύπησε το κάτω μέρος ενός κρίκου και έπεσε πάνω στο καπέλο του.
Η Λουμίνα άρχισε να γελά.
«Το καπέλο σου κέρδισε έναν πόντο!»
Ο Φύλλης γέλασε κι εκείνος.
«Τότε θα πρέπει να παίξει και στον επόμενο γύρο!»
Μετά από λίγες προσπάθειες, κατάφεραν να περάσουν όλες τις μπάλες μέσα από τα στεφάνια. Ο δρόμος φωτίστηκε και τους οδήγησε σε ένα μεγάλο τετράγωνο από πολύχρωμες πλάκες.
«Τώρα θα παίξετε το Παιχνίδι των Αστείων Βημάτων», είπε μια μικρή πέτρα.
Κάθε πλάκα ζητούσε μια διαφορετική κίνηση. Η μπλε έλεγε να κάνουν τρία μικρά πηδήματα. Η κόκκινη ζητούσε να περπατήσουν σαν δράκοι. Η μωβ τούς έκανε να γυρίζουν γύρω γύρω και η πράσινη να περπατούν σαν μικρές χελώνες.
Η Λουμίνα προσπάθησε να περπατήσει σαν δράκος, αλλά τα φτερά της χτυπούσαν τόσο γρήγορα που άρχισε να πηγαίνει προς τα πίσω.
Ο Φύλλης προσπάθησε να περπατήσει σαν χελώνα, αλλά το πράσινο καπέλο του έπεσε πάνω στα μάτια του και δεν έβλεπε τίποτα.
Οι δύο φίλοι γελούσαν τόσο πολύ, που οι πέτρες του δρόμου άρχισαν να γελούν μαζί τους.
Ξαφνικά, από έναν θάμνο ακούστηκε ένα λυπημένο κλάμα.
Η Λουμίνα και ο Φύλλης σταμάτησαν αμέσως το παιχνίδι. Πίσω από τα φύλλα βρήκαν ένα μικρό γαλάζιο συννεφάκι.
«Γιατί κλαις;» το ρώτησε η Λουμίνα.
«Ήθελα να παίξω κι εγώ», είπε το συννεφάκι, «αλλά δεν έχω πόδια για να πατήσω στις πέτρες και δεν μπορώ να ρίξω τις μπάλες μέσα στους κρίκους.»
Ο Φύλλης σκέφτηκε για λίγο.
«Δεν χρειάζεται όλοι να παίζουμε με τον ίδιο τρόπο», είπε. «Μπορούμε να αλλάξουμε το παιχνίδι.»
Η Λουμίνα πέταξε ψηλά και κρέμασε τα στεφάνια ανάμεσα στα δέντρα. Ο Φύλλης μάζεψε μερικά απαλά φύλλα και τα έκανε μικρές μπάλες. Το συννεφάκι φυσούσε τα φύλλα και προσπαθούσε να τα περάσει μέσα από τα στεφάνια.
Στην πρώτη προσπάθεια, τα φύλλα πέταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις.
Στη δεύτερη, πέρασαν κοντά από έναν κρίκο.
Στην τρίτη, ένα χρυσαφένιο φύλλο πέρασε ακριβώς από το κέντρο.
«Τα κατάφερες!» φώναξαν η Λουμίνα και ο Φύλλης.
Το συννεφάκι χαμογέλασε τόσο πολύ, που μικρές σταγόνες φωτός έπεσαν πάνω στον δρόμο. Οι σταγόνες μεταμορφώθηκαν σε καινούριες πλάκες, φτιαγμένες ειδικά για πλάσματα που πετούσαν.
Τώρα ο Μαγικός Δρόμος είχε παιχνίδια για όλους.
Οι τρεις φίλοι συνέχισαν να παίζουν μέχρι που ο ήλιος άρχισε να δύει. Έκαναν αγώνες με σαπουνόφουσκες, έλυσαν αινίγματα των δέντρων και πέρασαν μέσα από ένα τούνελ γεμάτο φωτεινά αστέρια.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, το συννεφάκι τούς ευχαρίστησε.
«Σήμερα δεν βρήκα μόνο ένα παιχνίδι», είπε. «Βρήκα και δύο καινούριους φίλους.»
Η Λουμίνα και ο Φύλλης αποχαιρέτησαν το μικρό συννεφάκι και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
«Το καλύτερο παιχνίδι ήταν εκείνο που φτιάξαμε όλοι μαζί», είπε η Λουμίνα.
Ο Φύλλης συμφώνησε.
«Γιατί όταν αλλάζουμε τους κανόνες με καλοσύνη, κανείς δεν μένει μόνος του.»
Καθώς απομακρύνονταν, οι πέτρες του Μαγικού Δρόμου άρχισαν να λάμπουν μία μία, σαν να τους έλεγαν καληνύχτα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου