Η Μαγισούλα και το Ξωτικό στη Μεγάλη Ζέστη
Ένα καλοκαιρινό πρωινό, ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά πάνω από το μαγικό δάσος και ζέσταινε τόσο πολύ τα πάντα, που ακόμη και τα φύλλα των δέντρων έμοιαζαν κουρασμένα. Η Μαγισούλα καθόταν κάτω από τη σκιά ενός μεγάλου δέντρου μαζί με τη μαύρη γατούλα της και προσπαθούσε να δροσιστεί.
«Πω πω! Τι ζέστη είναι αυτή!» είπε και έκανε αέρα στο πρόσωπό της με το καπέλο της.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε το φίλο της το Ξωτικό. Περπατούσε αργά, κρατώντας ένα μεγάλο πράσινο φύλλο πάνω από το κεφάλι του σαν ομπρέλα.
«Μαγισούλα, νομίζω ότι ψήνομαι!» είπε γελώντας.
Η Μαγισούλα χαμογέλασε. «Κι εγώ! Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να δροσιστούμε.»
Οι δυο φίλοι περπάτησαν προς ένα μικρό ποταμάκι μέσα στο δάσος. Όμως ακόμη και εκεί ο ήλιος ήταν δυνατός. Το Ξωτικό έβαλε τα πόδια του μέσα στο δροσερό νερό και αναστέναξε ευχαριστημένο.
«Αυτό είναι πολύ καλύτερο!»
Η Μαγισούλα σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το μαγικό της ραβδί.
«Θα κάνω ένα μικρό ξόρκι για δροσιά!» είπε.
Σήκωσε προσεκτικά το ραβδί της και ψιθύρισε:
«Μικρό συννεφάκι δροσερό,
φέρε αεράκι απαλό!»
Ξαφνικά εμφανίστηκε από πάνω τους ένα μικρό άσπρο σύννεφο. Ένα δροσερό αεράκι άρχισε να φυσά ανάμεσα στα δέντρα και μερικές μικρές σταγόνες νερού έπεσαν στα πρόσωπά τους.
«Τα κατάφερες!» φώναξε χαρούμενο το Ξωτικό.
Η μαύρη γατούλα ξάπλωσε στη σκιά και κούνησε ευχαριστημένη την ουρά της.
Όμως η Μαγισούλα θυμήθηκε όσα της είχε μάθει η μαμά της: η μαγεία πρέπει πάντα να χρησιμοποιείται με προσοχή. Έτσι δεν προσπάθησε να κάνει τον καιρό παγωμένο. Άφησε μόνο το μικρό σύννεφο να τους χαρίζει λίγη δροσιά.
Ύστερα η Μαγισούλα και το Ξωτικό γέμισαν δύο ποτήρια με κρύο νερό, έκοψαν φρούτα και κάθισαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο.
«Τελικά, για τη μεγάλη ζέστη δεν χρειάζεται πάντα μεγάλη μαγεία», είπε το Ξωτικό.
«Ακριβώς!» απάντησε η Μαγισούλα. «Χρειαζόμαστε σκιά, νερό και καλούς φίλους!»
Και έτσι πέρασαν το πιο ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού γελώντας δίπλα στο ποταμάκι, ενώ το μικρό μαγικό σύννεφο ταξίδευε ήρεμα πάνω από τα κεφάλια τους.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου