Η Μαγισούλα και το Πρωινό που Δεν Ερχόταν ο Ύπνος

 



Η Μαγισούλα εκείνο το βράδυ είχε ξαπλώσει νωρίς στο μικρό της κρεβάτι, δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε το μαγικό δάσος. Η μαμά της την είχε σκεπάσει με την αγαπημένη της κουβερτούλα, της είχε διαβάσει ένα γλυκό παραμύθι και της είχε ψιθυρίσει καληνύχτα. Όμως η Μαγισούλα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Γύριζε από τη μία πλευρά, γύριζε από την άλλη, κοίταζε το φεγγάρι, κοίταζε τα αστέρια και άκουγε τη μαύρη γατούλα της να γουργουρίζει ήσυχα στο καλάθι της.
«Γιατί δεν έρχεται ο ύπνος;» ψιθύρισε η Μαγισούλα.
Έκλεισε τα μάτια της και μέτρησε μικρά αστεράκια. Ένα αστεράκι, δύο αστεράκια, τρία αστεράκια. Μα αντί να νυστάξει, άρχισε να σκέφτεται όλα όσα ήθελε να κάνει την επόμενη μέρα. Ήθελε να πάει στο μαγικό σχολείο, να δει τη νεράιδα Λουμίνα, να παίξει με το ξωτικό και να δοκιμάσει ένα καινούριο ξόρκι που είχε μάθει από την Κυρία Αστερόσκονη.
Πέρασε αρκετή ώρα. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Η φωτιά στο τζάκι είχε σβήσει σχεδόν τελείως και μόνο μια μικρή ζεστή λάμψη φώτιζε το δωμάτιο. Η Μαγισούλα σηκώθηκε προσεκτικά από το κρεβάτι της και πήγε στο παράθυρο. Έξω, το δάσος κοιμόταν. Τα δέντρα δεν κουνιούνταν καθόλου και το φεγγάρι έριχνε ασημένιο φως πάνω στα λουλούδια.
«Ίσως αν πιω λίγο νερό, να κοιμηθώ», σκέφτηκε.
Κατέβηκε σιγά σιγά στην κουζίνα, για να μην ξυπνήσει τη μαμά της. Η μαύρη γατούλα όμως την ακολούθησε αμέσως, σαν μικρή σκιά με πράσινα μάτια.
«Μη με μαρτυρήσεις», της είπε χαμογελώντας.
Ήπιε λίγο νερό και κάθισε για λίγο στη μεγάλη ξύλινη καρέκλα. Τότε άκουσε έναν πολύ απαλό ήχο από την αυλή. Ήταν σαν μικρό κουδουνάκι. Η Μαγισούλα άνοιξε την πόρτα και είδε μια μικρή φωτεινή πεταλούδα να πετάει πάνω από τη λεβάντα.
«Τι κάνεις ξύπνια τέτοια ώρα;» τη ρώτησε η Μαγισούλα.
Η πεταλούδα πέταξε γύρω της και άφησε πίσω της λίγη χρυσή αστερόσκονη. Η Μαγισούλα κατάλαβε πως δεν ήταν απλή πεταλούδα. Ήταν μια Πεταλούδα των Ονείρων, από εκείνες που βοηθούν τα παιδιά να βρίσκουν ήρεμες σκέψεις πριν κοιμηθούν.
Η πεταλούδα πέταξε προς το δωμάτιο της Μαγισούλας και εκείνη την ακολούθησε. Όταν ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι της, η πεταλούδα στάθηκε πάνω στο περβάζι και άρχισε να λάμπει απαλά. Το δωμάτιο γέμισε με μικρές εικόνες: ένα ήσυχο ποταμάκι, ένα σύννεφο σαν μαξιλάρι, ένα λιβάδι με φωτεινά λουλούδια και ένα φιλικό αστεράκι που χαμογελούσε.
Η Μαγισούλα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Τώρα νιώθω καλύτερα», είπε σιγανά.
Η μαμά της άνοιξε λίγο την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.
«Δεν μπορούσες να κοιμηθείς, μικρή μου;» ρώτησε τρυφερά.
Η Μαγισούλα κούνησε το κεφάλι της.
«Όχι, μαμά. Σκεφτόμουν πάρα πολλά.»
Η μαμά της κάθισε δίπλα της και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Όταν το μυαλό μας τρέχει πολύ γρήγορα, πρέπει να του μιλάμε γλυκά. Του λέμε: τώρα είναι ώρα για ξεκούραση. Οι σκέψεις μπορούν να περιμένουν μέχρι το πρωί.»
Η Μαγισούλα χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια της. Η μαμά της άρχισε να τραγουδά πολύ χαμηλά το αγαπημένο της νανούρισμα: «Το φως του φεγγαριού». Η μαύρη γατούλα ανέβηκε στην άκρη του κρεβατιού και κουλουριάστηκε ήσυχα.
Σε λίγο, η Πεταλούδα των Ονείρων πέταξε μία τελευταία φορά γύρω από το δωμάτιο και χάθηκε μέσα στο φως του φεγγαριού. Η Μαγισούλα αποκοιμήθηκε ήρεμα, με ένα μικρό χαμόγελο στο πρόσωπό της.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πολύ νωρίς. Για μια στιγμή νόμιζε πως δεν είχε κοιμηθεί αρκετά, αλλά ένιωθε γαλήνια. Άνοιξε το παράθυρο και είδε τον ήλιο να ανεβαίνει πίσω από τα δέντρα.
«Καλημέρα, δάσος!» είπε χαρούμενα.
Η μαμά της μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας ένα ζεστό φλιτζάνι χαμομήλι.
«Βλέπω πως ξύπνησες νωρίς», είπε.
«Ναι», απάντησε η Μαγισούλα. «Αλλά σήμερα έμαθα κάτι σημαντικό. Όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ, δεν χρειάζεται να φοβάμαι. Χρειάζεται να ηρεμώ, να παίρνω βαθιές ανάσες και να αφήνω τις σκέψεις μου για το πρωί.»
Η μαμά της χαμογέλασε περήφανα.
Και έτσι η Μαγισούλα ξεκίνησε τη μέρα της νωρίς, αλλά χαρούμενα, γιατί είχε μάθει πως ακόμη και μια άυπνη νύχτα μπορεί να φέρει ένα μικρό μαγικό μάθημα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού