Η Μαγισούλα και το Φεγγάρι που Νύσταζε

 



Ένα ήσυχο βράδυ, η Μαγισούλα καθόταν στο παράθυρο του δωματίου της μαζί με τη μαύρη γατούλα της. Περίμενε να εμφανιστεί το φεγγάρι, όμως ο ουρανός παρέμενε σκοτεινός. Χωρίς το φως του, τα ξωτικά δεν μπορούσαν να βρουν τον δρόμο προς το χωριό τους και οι νεράιδες φοβούνταν να πετάξουν πάνω από το δάσος. Η Μαγισούλα πήρε τη μαγική της σκούπα και ανέβηκε ψηλά στον ουρανό. Πίσω από ένα μεγάλο σύννεφο βρήκε το φεγγάρι να κοιμάται βαθιά, φορώντας ένα ασημένιο σκουφάκι. «Ξύπνα, μικρό φεγγάρι! Όλοι περιμένουν το φως σου», του είπε απαλά. Το φεγγάρι άνοιξε για λίγο τα μάτια του, αλλά ήταν τόσο κουρασμένο που αποκοιμήθηκε ξανά. Τότε η Μαγισούλα σκέφτηκε ένα χαρούμενο ξόρκι. Κούνησε το ραβδί της και γέμισε τον ουρανό με πολύχρωμες πεταλούδες που χτυπούσαν τα φτερά τους σαν μικρά κουδουνάκια. Το φεγγάρι ξύπνησε, γέλασε και έβγαλε το σκουφάκι του. Αμέσως, το ασημένιο φως του απλώθηκε πάνω από το δάσος, τη θάλασσα και το χωριό των ξωτικών. Οι νεράιδες συνέχισαν το ταξίδι τους και όλα τα πλάσματα γύρισαν με ασφάλεια στα σπίτια τους. «Σε ευχαριστώ που με ξύπνησες», είπε το φεγγάρι. «Αύριο θα θυμηθώ να σηκωθώ στην ώρα μου!» Η Μαγισούλα επέστρεψε στο δωμάτιό της, ξάπλωσε δίπλα στη γατούλα και κοίταξε το φωτεινό φεγγάρι. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της, εκείνο της έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι και φώτισε τα όνειρά της μέχρι το πρωί.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού