Η Μαγισούλα Μάγια και ο Μαγικός Αγώνας Ποδοσφαίρου

 



Ένα φωτεινό πρωινό, η δεκάχρονη Μάγια έφτασε στη Σχολή Μαγικών Τεχνών «Αστρόσκονη» κρατώντας μια ολοκαίνουρια ποδοσφαιρική μπάλα.

«Σήμερα δεν θα κάνουμε ξόρκια!» ανακοίνωσε χαρούμενη. «Σήμερα θα παίξουμε ποδόσφαιρο!»

Ο Φύλλης, το εντεκάχρονο ξωτικό με τα μυτερά αυτιά και τα πράσινα ρούχα, άρχισε αμέσως να τρέχει γύρω από το γήπεδο.

«Εγώ θα βάζω τα γκολ!» φώναξε.

Η Λουμίνα, η μικρή νεράιδα με τα χρυσαφένια μαλλιά και τα γαλαζορόδινα φτερά, πέταξε πάνω από τη μπάλα.

«Κι εγώ θα κάνω τις καλύτερες πάσες!» είπε.

Η μαύρη γάτα, η Σκιά, κούνησε την ουρά της. Τα χρυσά μάτια της έλαμπαν, ενώ το ασημένιο μισοφέγγαρο στο μέτωπό της λαμπύριζε κάτω από τον ήλιο.

«Νιάου!» έκανε και άγγιξε την μπάλα με το πατουσάκι της.

Σε λίγο έφτασαν η Κοραλλία, η μικρή γοργόνα με την τιρκουάζ ουρά, και ο Σπίθας, ο γαλάζιος δράκος με τα πορτοκαλί φτερά.

«Μα πώς θα παίξω χωρίς πόδια;» ρώτησε στενοχωρημένη η Κοραλλία.

Η Μάγια σκέφτηκε για λίγο και άνοιξε το μικρό βιβλίο των ξορκιών της.

«Θα σου φτιάξω δύο μπότες από μαγικό νερό!» είπε.

Με μια κίνηση του ραβδιού της, δύο διάφανες γαλάζιες μπότες εμφανίστηκαν γύρω από την ουρά της Κοραλλίας. Η μικρή γοργόνα μπορούσε τώρα να γλιστρά πάνω στο χορτάρι τόσο γρήγορα, σαν να κολυμπούσε στη θάλασσα.

Οι έξι φίλοι ονόμασαν την ομάδα τους «Τα Μαγικά Αστεράκια». Αντίπαλοί τους ήταν τα παιδιά από το διπλανό χωριό των σύννεφων.

Ο αγώνας άρχισε!

Ο Φύλλης πήρε πρώτος την μπάλα. Έτρεξε γρήγορα προς το τέρμα, αλλά δεν έδωσε πάσα σε κανέναν.

«Φύλλη, είμαι ελεύθερη!» του φώναξε η Λουμίνα.

Εκείνος, όμως, προσπάθησε να βάλει μόνος του γκολ. Ένας αντίπαλος πήρε την μπάλα και λίγο αργότερα η ομάδα των σύννεφων σκόραρε.

«Δεν πειράζει!» είπε η Μάγια. «Αν συνεργαστούμε, μπορούμε να τα καταφέρουμε.»

Στη συνέχεια η Κοραλλία γλίστρησε ανάμεσα στους αντιπάλους και έστειλε την μπάλα στη Λουμίνα. Η νεράιδα την κλότσησε απαλά προς τη Μάγια. Εκείνη έκανε μια δυνατή σουτιά, αλλά η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι.

Η Σκιά πετάχτηκε μπροστά, άγγιξε την μπάλα με το κεφαλάκι της και την έστειλε μέσα στο τέρμα!

«Γκολ!» φώναξαν όλοι.

Το σκορ έγινε ένα-ένα.

Λίγο πριν τελειώσει ο αγώνας, η ομάδα των σύννεφων κέρδισε ένα πέναλτι. Ο Σπίθας στάθηκε μπροστά στο τέρμα. Από την αγωνία του, μια μικρή φλογίτσα βγήκε από τη μύτη του.

«Πρόσεχε, Σπίθα!» του φώναξε η Μάγια. «Δεν επιτρέπεται να κάψεις την μπάλα!»

Ο αντίπαλος σούταρε δυνατά. Ο Σπίθας άνοιξε τα πορτοκαλί φτερά του και απέκρουσε την μπάλα με την ουρά του.

Ο Φύλλης την πήρε και άρχισε να τρέχει προς το απέναντι τέρμα. Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να παίξει μόνος του. Έδωσε πάσα στην Κοραλλία, εκείνη στη Λουμίνα και η Λουμίνα στη Μάγια.

Η Μάγια μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει ένα ξόρκι για να στείλει την μπάλα στα δίχτυα. Όμως χαμογέλασε και άφησε το ραβδί της στην άκρη.

«Θα παίξουμε δίκαια!» είπε.

Κλότσησε την μπάλα, αλλά αντί να σουτάρει, την έστειλε στον Φύλλη. Το ξωτικό πήδηξε ψηλά και έβαλε το δεύτερο γκολ της ομάδας.

Το σφύριγμα ακούστηκε αμέσως μετά. Τα Μαγικά Αστεράκια είχαν κερδίσει!

Ο Φύλλης, όμως, δεν πανηγύρισε μόνος του.

«Το γκολ το βάλαμε όλοι μαζί», είπε. «Χωρίς τις πάσες σας, δεν θα τα είχα καταφέρει.»

Οι δύο ομάδες έδωσαν τα χέρια και κάθισαν μαζί κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Μοιράστηκαν χυμούς από μαγικά φρούτα, μπισκότα σε σχήμα μπάλας και ένα τεράστιο κέικ που είχε ετοιμάσει η διευθύντρια της σχολής.

Η Μάγια κοίταξε τους φίλους της και χαμογέλασε.

Εκείνη την ημέρα κατάλαβαν όλοι πως η μεγαλύτερη μαγεία δεν βρισκόταν στα ραβδιά και στα ξόρκια. Βρισκόταν στη φιλία, στη συνεργασία και στη χαρά του παιχνιδιού.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού