Η Μαγισούλα Μάγια και το Κάστρο της Χρυσής Άμμου
Ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό, η Μαγισούλα Μάγια πήγε στην παραλία μαζί με τους αγαπημένους της φίλους. Ο Φύλλης, το ζωηρό ξωτικό, κουβαλούσε έναν κόκκινο κουβά και ένα μεγάλο πράσινο φτυαράκι. Η Λουμίνα, η μικρή νεράιδα, πετούσε χαρούμενη πάνω από τα κύματα, ενώ η μαύρη γάτα Σκιά περπατούσε προσεκτικά στην άμμο για να μη βρέξει τα πατουσάκια της.
Μαζί τους ήταν η Κοραλλία, η μικρή γοργόνα με την τιρκουάζ ουρά, και ο Σπίθας, ο γαλάζιος δράκος με τα πορτοκαλί φτερά. Όλοι είχαν φορέσει τα καλοκαιρινά τους καπέλα και ήταν έτοιμοι να περάσουν μια υπέροχη ημέρα δίπλα στη θάλασσα.
«Ας φτιάξουμε το μεγαλύτερο κάστρο από άμμο που έχει δει ποτέ αυτή η παραλία!» πρότεινε ο Φύλλης.
«Και θα έχει ψηλούς πύργους!» είπε η Μάγια.
«Και γέφυρες γεμάτες κοχύλια!» πρόσθεσε η Λουμίνα.
Οι φίλοι άρχισαν αμέσως τη δουλειά. Ο Φύλλης γέμιζε γρήγορα τους κουβάδες με υγρή άμμο. Η Μάγια κατασκεύαζε τους πύργους, ενώ η Λουμίνα μάζευε μικρά πολύχρωμα κοχύλια για να τους στολίσει. Η Κοραλλία έφερνε από τον βυθό λείες πέτρες που έλαμπαν σαν πολύτιμα πετράδια.
Ο Σπίθας προσπάθησε να στεγνώσει έναν πύργο φυσώντας απαλά πάνω του. Από τη μύτη του, όμως, βγήκε κατά λάθος μια μικρή φλογίτσα.
«Πρόσεχε, Σπίθα!» φώναξε γελώντας η Μάγια. «Θα κάνεις την άμμο γυαλί!»
Ο μικρός δράκος φύσηξε ξανά, αυτή τη φορά χωρίς φωτιά. Η Σκιά, που παρακολουθούσε τους φίλους της, αποφάσισε να βοηθήσει κι εκείνη. Άρχισε να σκάβει με τα μπροστινά της πατουσάκια και σύντομα δημιούργησε μια μεγάλη τάφρο γύρω από το κάστρο.
«Μπράβο, Σκιά!» είπε ο Φύλλης. «Είσαι η καλύτερη σκαφτιάς της παραλίας!»
Ύστερα από αρκετή ώρα, το κάστρο ήταν σχεδόν έτοιμο. Είχε τέσσερις ψηλούς πύργους, μια μεγάλη πύλη, μικρά παράθυρα και έναν δρόμο από κοχύλια. Στην κορυφή του κεντρικού πύργου, η Μάγια τοποθέτησε μια σημαία από ένα μεγάλο πράσινο φύλλο.
Ξαφνικά, η Κοραλλία κοίταξε ανήσυχη τη θάλασσα.
«Το νερό ανεβαίνει!» προειδοποίησε. «Σε λίγο τα κύματα θα φτάσουν στο κάστρο!»
Ένα μεγάλο κύμα πλησίασε και γέμισε την τάφρο με νερό. Ένα δεύτερο κύμα χτύπησε τη γέφυρα και παρέσυρε μερικά από τα κοχύλια.
«Πρέπει να προστατεύσουμε το κάστρο!» φώναξε ο Φύλλης.
Η Μάγια σήκωσε αμέσως το μαγικό της ραβδί.
«Άμμος χρυσή και δυνατή, το κάστρο μας να κρατηθεί!» είπε.
Μια χρυσαφένια λάμψη τύλιξε τους πύργους. Η άμμος σκλήρυνε λίγο και τα κοχύλια άρχισαν να αστράφτουν. Το επόμενο κύμα έφτασε μέχρι την τάφρο, αλλά το νερό άλλαξε δρόμο και κύλησε απαλά γύρω από το κάστρο.
Τότε οι φίλοι άκουσαν ένα σιγανό κλάμα. Κοντά στη μεγάλη πύλη είχε παγιδευτεί ένα μικρό καβουράκι. Η άμμος γύρω του είχε γίνει πολύ σκληρή και δεν μπορούσε να επιστρέψει στη θάλασσα.
«Το ξόρκι μου το παγίδευσε!» είπε στενοχωρημένη η Μάγια. «Πρέπει να το ελευθερώσουμε.»
Ο Φύλλης χρησιμοποίησε προσεκτικά το μικρό του φτυαράκι, ενώ η Σκιά απομάκρυνε την άμμο με τα πατουσάκια της. Η Κοραλλία έριξε λίγο θαλασσινό νερό γύρω από το καβουράκι και σύντομα εκείνο ελευθερώθηκε.
Το μικρό καβούρι κούνησε χαρούμενα τις δαγκάνες του και έτρεξε προς τη θάλασσα. Πριν χαθεί μέσα στα κύματα, άφησε δίπλα τους ένα πανέμορφο ροζ κοχύλι.
Η Μάγια ακύρωσε το ξόρκι, ώστε το κάστρο να γίνει ξανά ένα απλό κάστρο από άμμο.
«Ακόμη και η πιο όμορφη δημιουργία δεν αξίζει περισσότερο από ένα μικρό πλάσμα», είπε.
Οι φίλοι τοποθέτησαν το ροζ κοχύλι στην κορυφή του κεντρικού πύργου και κάθισαν όλοι μαζί για να θαυμάσουν το έργο τους. Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, τα κύματα πλησίασαν και πήραν σιγά σιγά το κάστρο μαζί τους.
Κανείς δεν στενοχωρήθηκε. Γνώριζαν ότι την επόμενη φορά θα μπορούσαν να κατασκευάσουν ένα ακόμη μεγαλύτερο και ομορφότερο κάστρο.
Η Μάγια κοίταξε τους φίλους της και χαμογέλασε. Η μαγεία δεν βρισκόταν στους αμμουδένιους πύργους, αλλά στη φιλία, στη συνεργασία και στις ευτυχισμένες στιγμές που είχαν μοιραστεί δίπλα στη θάλασσα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου