Η Μαγισούλα και η Λίμνη των Χαμένων Χρωμάτων
Ένα φωτεινό πρωινό, η δεκάχρονη Μάγια φόρεσε το μοβ καπέλο της, πήρε το αστερόραβδό της και συνάντησε τον καλύτερό της φίλο, τον Φύλλη. Το εντεκάχρονο ξωτικό φορούσε τα πράσινα ρούχα του και κρατούσε έναν μικρό χάρτη φτιαγμένο από φύλλα. «Ανακάλυψα ένα κρυφό μονοπάτι!» είπε χαρούμενος. «Οδηγεί σε μια μαγική λιμνούλα που εμφανίζεται μόνο μία φορά τον χρόνο!» Η Μάγια χαμογέλασε και τα μοβ μάτια της έλαμψαν από περιέργεια. Οι δύο φίλοι ακολούθησαν το μονοπάτι μέσα στο δάσος. Πέρασαν κάτω από κλαδιά γεμάτα γαλάζια λουλούδια, χαιρέτησαν μικρά πουλιά και βοήθησαν ένα σκαντζοχοιράκι να περάσει ένα ρυάκι. Ύστερα από αρκετή ώρα έφτασαν σε ένα ξέφωτο. Στη μέση βρισκόταν η πιο όμορφη λιμνούλα που είχαν δει ποτέ. Το νερό της άλλαζε χρώματα. Μια στιγμή γινόταν γαλάζιο, την επόμενη ροζ και ύστερα χρυσαφένιο. Πολύχρωμα ψαράκια πετούσαν πάνω από την επιφάνειά της σαν μικρές πεταλούδες, ενώ τα νούφαρα τραγουδούσαν μια γλυκιά μελωδία. «Είναι υπέροχη!» ψιθύρισε η Μάγια. Μόλις όμως πλησίασαν, τα χρώματα της λίμνης άρχισαν να χάνονται. Τα νούφαρα σταμάτησαν να τραγουδούν και τα ιπτάμενα ψαράκια κρύφτηκαν κάτω από το νερό. Τότε εμφανίστηκε μια μικρή ασημένια βατραχίνα με ένα στεφανάκι από μαργαρίτες. «Η λίμνη χάνει τη μαγεία της», είπε λυπημένη. «Το Κρυστάλλινο Άνθος που της χαρίζει χρώματα έχει κλείσει τα πέταλά του. Θα ανοίξει μόνο αν ακούσει τρεις ήχους αληθινής χαράς». Η Μάγια δοκίμασε ένα ξόρκι, αλλά το άνθος παρέμεινε κλειστό. «Ίσως δεν χρειαζόμαστε μαγεία», είπε ο Φύλλης. «Χρειαζόμαστε χαρούμενες πράξεις». Πρώτα βοήθησαν τα μικρά ψαράκια να ξεμπλέξουν από μερικά υδρόχορτα. Τα ψαράκια γέλασαν και το πρώτο πέταλο άνοιξε. Έπειτα ο Φύλλης επισκεύασε τη φωλιά δύο παπιών που είχε παρασύρει ο άνεμος. Τα παπάκια χτύπησαν χαρούμενα τα φτερά τους και άνοιξε το δεύτερο πέταλο. Για τον τρίτο ήχο, η Μάγια και ο Φύλλης κάθισαν δίπλα στη λυπημένη βατραχίνα και άρχισαν να της λένε αστείες ιστορίες από τη σχολή «Αστρόσκονη». Όταν η Μάγια διηγήθηκε πώς ένα αποτυχημένο ξόρκι είχε γεμίσει την τάξη με χορευτικές κάλτσες, η βατραχίνα ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Αμέσως άνοιξε και το τελευταίο πέταλο. Το Κρυστάλλινο Άνθος σκόρπισε χιλιάδες φωτεινές σπίθες στον ουρανό. Η λίμνη γέμισε ξανά χρώματα, τα νούφαρα άρχισαν να τραγουδούν και ένα λαμπερό ουράνιο τόξο σχηματίστηκε πάνω από το νερό. Η βατραχίνα πρόσφερε στους δύο φίλους από μία μικρή κρυστάλλινη σταγόνα. «Όσο βοηθάτε τους άλλους να χαμογελούν, αυτές οι σταγόνες θα λάμπουν», τους είπε. Το απόγευμα, η Μάγια και ο Φύλλης επέστρεψαν στο σπίτι ακολουθώντας το κρυφό μονοπάτι. Είχαν καταλάβει πως η ισχυρότερη μαγεία δεν βρισκόταν πάντα μέσα στα ξόρκια. Μερικές φορές γεννιόταν από μια καλή πράξη, ένα χαμόγελο και δύο φίλους που ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου