Η Μαγισούλα Μάγια και το Παραμύθι του Μικρού Αστεριού
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από τους λόφους και ο ουρανός είχε γεμίσει πορτοκαλί, ροζ και μοβ χρώματα. Η δεκάχρονη Μαγισούλα Μάγια βρισκόταν στην άκρη του μαγικού δάσους μαζί με τον Φύλλη, το ζωηρό ξωτικό, και τη Λουμίνα, τη μικρή νεράιδα. Όλη την ημέρα είχαν παίξει, είχαν μαζέψει λουλούδια και είχαν αναζητήσει πετραδάκια που λαμπύριζαν στο φως.
«Πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι», είπε η Μάγια κοιτάζοντας τον ουρανό. «Βράδιασε και η μαμά με περιμένει για το παραμύθι πριν από τον ύπνο.»
«Καληνύχτα, Μάγια!» της είπαν οι φίλοι της.
Η Μάγια πήρε τη μαγική της σκούπα, τη Χρυσοκλωστή, και κάθισε επάνω της. Η μαύρη γάτα της, η Σκιά, πήδηξε πίσω της και κρατήθηκε προσεκτικά με τα πατουσάκια της.
«Χρυσοκλωστή, ώρα για το σπίτι!» είπε η Μάγια.
Η σκούπα τινάχτηκε απαλά, σηκώθηκε πάνω από το έδαφος και άρχισε να πετά ανάμεσα στα δέντρα. Η Μάγια ένιωθε το δροσερό βραδινό αεράκι στα μαλλιά της, ενώ η Σκιά παρατηρούσε με τα χρυσά της μάτια τα φωτάκια των πυγολαμπίδων.
Ξαφνικά άκουσαν ένα μικρό κλάμα. Κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, μια πυγολαμπίδα πετούσε μόνη της και αναζητούσε την οικογένειά της.
«Μη φοβάσαι», της είπε η Μάγια. «Θα σε βοηθήσουμε να τη βρεις.»
Η μικρή πυγολαμπίδα κάθισε στην άκρη της σκούπας. Η Μάγια και η Σκιά κοίταξαν προσεκτικά γύρω τους. Σε λίγο είδαν εκατοντάδες λαμπερά φωτάκια κοντά σε μια μικρή λιμνούλα.
«Να η οικογένειά σου!» φώναξε χαρούμενη η Μάγια.
Η πυγολαμπίδα πέταξε κοντά στους δικούς της και έλαμψε πιο δυνατά από ποτέ, σαν να τους έλεγε ευχαριστώ. Έπειτα όλες οι πυγολαμπίδες σχημάτισαν ένα φωτεινό μονοπάτι στον ουρανό για να δείξουν στη Μάγια τον δρόμο προς το σπίτι.
Λίγο αργότερα, η Χρυσοκλωστή προσγειώθηκε μπροστά σε ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι με μοβ παράθυρα και μια καμινάδα που έβγαζε καπνό σε σχήμα αστεριών. Η μητέρα της Μάγιας την περίμενε στην πόρτα.
«Καλώς ήρθες, μικρή μου μάγισσα», είπε και την αγκάλιασε. «Έφτασες ακριβώς την ώρα του παραμυθιού.»
Η Μάγια φόρεσε τις πιτζάμες της, έπλυνε τα δόντια της και ξάπλωσε στο ζεστό της κρεβάτι. Η Σκιά κουλουριάστηκε δίπλα στα πόδια της. Η μητέρα της κάθισε κοντά της κρατώντας ένα παλιό βιβλίο με ασημένιο εξώφυλλο.
«Ποιο παραμύθι θα μου πεις απόψε;» ρώτησε η Μάγια.
«Το παραμύθι ενός μικρού αστεριού που φοβόταν να λάμψει», απάντησε η μητέρα της.
Το μικρό αστέρι ζούσε ψηλά στον ουρανό, αλλά πίστευε ότι το φως του ήταν πολύ αδύναμο. Έτσι κρυβόταν κάθε βράδυ πίσω από τα σύννεφα. Μια νύχτα, ένα παιδί χάθηκε στο σκοτεινό δάσος και ζήτησε από τα αστέρια να του δείξουν τον δρόμο. Τότε το μικρό αστέρι βρήκε το θάρρος να βγει από την κρυψώνα του. Το φως του έπεσε πάνω σε ένα μονοπάτι και οδήγησε το παιδί με ασφάλεια στο σπίτι του.
Από εκείνη τη νύχτα, το μικρό αστέρι κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν να είναι το μεγαλύτερο ή το φωτεινότερο. Αρκούσε να προσφέρει το φως που είχε μέσα του.
Η μητέρα της έκλεισε απαλά το βιβλίο.
«Μαμά, σήμερα βοήθησα κι εγώ μια μικρή πυγολαμπίδα να βρει τον δρόμο της», ψιθύρισε η Μάγια νυσταγμένη.
«Τότε πρόσφερες κι εσύ λίγο από το δικό σου φως», της είπε η μητέρα της και τη φίλησε στο μέτωπο.
Έξω από το παράθυρο, η Χρυσοκλωστή ξεκουραζόταν κάτω από το φως του φεγγαριού. Οι πυγολαμπίδες πετούσαν γύρω από το σπίτι σαν μικροσκοπικά αστέρια. Η Μάγια έκλεισε τα μάτια της, αγκάλιασε τη Σκιά και αποκοιμήθηκε χαμογελαστή, έτοιμη να ταξιδέψει σε έναν καινούριο μαγικό κόσμο μέσα στα όνειρά της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου