Η Μαγισούλα και το Ξωτικό Ψωνίζουν για το Σχολείο
Το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του και το μαγικό σχολείο θα άνοιγε ξανά σε λίγες ημέρες. Ένα φωτεινό πρωινό, η Μαγισούλα άνοιξε τη σχολική της τσάντα και κοίταξε μέσα.
Το παλιό της τετράδιο είχε γεμίσει ζωγραφιές, το μολύβι της είχε γίνει πολύ μικρό και το μπουκαλάκι της νεραϊδόσκονης ήταν σχεδόν άδειο.
«Χρειάζομαι καινούρια πράγματα για το σχολείο», είπε.
Η μαμά της της έδωσε έναν μικρό κατάλογο και ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα.
«Να αγοράσεις μόνο όσα χρειάζεσαι», της είπε. «Και να συγκρίνεις προσεκτικά πριν διαλέξεις.»
Έξω από το πέτρινο σπιτάκι την περίμενε το ξωτικό Φύλλης. Φορούσε το πράσινο καπέλο του και κρατούσε έναν δικό του κατάλογο.
«Κι εγώ πρέπει να ψωνίσω για το σχολείο!» είπε χαρούμενα. «Χρειάζομαι τετράδια, μολύβια και ένα καινούριο κουτί για τους μαγικούς σπόρους.»
Οι δύο φίλοι ξεκίνησαν για την Αγορά των Μικρών Μάγων. Η αγορά βρισκόταν κοντά στο μαγικό δάσος και ήταν γεμάτη πολύχρωμα μαγαζιά. Πάνω από τις πόρτες κρέμονταν πινακίδες σε σχήμα βιβλίων, φτερών και αστεριών.
Πρώτα μπήκαν στο Βιβλιοπωλείο της Σοφής Κουκουβάγιας. Στα ράφια υπήρχαν σχολικά βιβλία, τετράδια που άλλαζαν χρώμα και μολύβια που έγραφαν μόνα τους.
Η Μαγισούλα πήρε ένα μωβ τετράδιο με χρυσά αστέρια.
«Αυτό είναι τέλειο!» είπε.
Μόλις το άνοιξε, το τετράδιο άρχισε να τραγουδά δυνατά.
«Γράψε, μάθε και προσπάθησε ξανά!»
Όλοι μέσα στο κατάστημα γύρισαν και κοίταξαν τη Μαγισούλα.
«Ίσως αυτό να είναι λίγο θορυβώδες για την τάξη», είπε ο Φύλλης γελώντας.
Η Μαγισούλα συμφώνησε και διάλεξε ένα πιο ήσυχο τετράδιο, με μικρά φωτεινά αστέρια στις γωνίες των σελίδων.
Ο Φύλλης βρήκε ένα πράσινο τετράδιο για το μάθημα των μαγικών φυτών. Όταν ζωγράφιζε ένα φύλλο πάνω στη σελίδα, το φύλλο κουνιόταν σαν αληθινό.
Ύστερα πήγαν στο Κατάστημα των Μαγικών Εργαλείων. Εκεί υπήρχαν ραβδιά για αρχάριους, μικρά καζάνια, γυάλινα μπουκαλάκια και προστατευτικά γάντια.
Η Μαγισούλα ήθελε ένα λαμπερό ραβδί με μεγάλο κρύσταλλο.
«Είναι πολύ όμορφο», είπε.
Όμως όταν κοίταξε την τιμή, κατάλαβε ότι δεν της έφταναν τα χρήματα για τα υπόλοιπα σχολικά πράγματα.
«Το παλιό σου ραβδί λειτουργεί ακόμη πολύ καλά», της θύμισε ο Φύλλης. «Ίσως να χρειάζεσαι μόνο μια καινούρια θήκη για να το προστατεύεις.»
Η Μαγισούλα σκέφτηκε τα λόγια του και συμφώνησε. Αγόρασε μια μωβ θήκη με φεγγάρια, που κόστιζε πολύ λιγότερο.
Ο Φύλλης βρήκε ένα ξύλινο κουτί με μικρές χωριστές θέσεις για τους σπόρους του. Όμως δίπλα του υπήρχε ένα μεγαλύτερο και ακριβότερο κουτί, γεμάτο φώτα και μουσική.
«Θέλω αυτό!» είπε ο Φύλλης.
Όταν προσπάθησε να το ανοίξει, το κουτί πέταξε στον αέρα και άρχισε να γυρίζει γύρω από το κεφάλι του.
«Οι σπόροι μου θα ζαλιστούν μέσα σε αυτό!» φώναξε.
Η Μαγισούλα έπιασε το κουτί με ένα απαλό ξόρκι και το κατέβασε στο ράφι.
Ο Φύλλης διάλεξε τελικά το απλό ξύλινο κουτί. Ήταν γερό, ελαφρύ και είχε ακριβώς όσες θέσεις χρειαζόταν.
Στο επόμενο κατάστημα αγόρασαν μολύβια, ξύστρες και κασετίνες. Η κασετίνα της Μαγισούλας είχε ένα μικρό αστέρι που άναβε όταν θυμόταν να την κλείσει. Η κασετίνα του Φύλλη ήταν φτιαγμένη από φύλλα που δεν σκίζονταν ποτέ.
Καθώς περπατούσαν στην αγορά, είδαν ένα μικρό ξωτικό να κοιτάζει λυπημένο μια σχολική τσάντα. Το λουρί της παλιάς του τσάντας είχε κοπεί και δεν είχε αρκετά νομίσματα για να αγοράσει καινούρια.
Η Μαγισούλα και ο Φύλλης κοίταξαν τα χρήματα που τους είχαν απομείνει.
«Μπορούμε να αγοράσουμε ακόμη ένα παιχνίδι», είπε η Μαγισούλα, «ή να βοηθήσουμε το μικρό ξωτικό.»
Ο Φύλλης χαμογέλασε.
«Τα παιχνίδια μπορούν να περιμένουν.»
Οι δύο φίλοι αγόρασαν ένα γερό λουρί και το έδωσαν στο μικρό ξωτικό. Εκείνο χάρηκε πολύ και τους ευχαρίστησε.
Πριν επιστρέψουν στο σπίτι, σταμάτησαν σε ένα μικρό μαγαζί με κολατσιό. Αγόρασαν μπισκότα με μέλι και χυμό από άγρια μούρα και κάθισαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο.
Άνοιξαν τους καταλόγους τους και έλεγξαν προσεκτικά όσα είχαν αγοράσει.
«Τετράδια, μολύβια, κασετίνες, θήκη για το ραβδί και κουτί για τους σπόρους», διάβασε η Μαγισούλα.
«Δεν αγοράσαμε τίποτα άχρηστο και βοηθήσαμε και κάποιον», είπε ο Φύλλης.
Όταν επέστρεψαν, η μαμά της Μαγισούλας τους βοήθησε να γράψουν τα ονόματά τους πάνω στα πράγματά τους. Ύστερα τακτοποίησαν τα βιβλία, τα τετράδια και τις κασετίνες μέσα στις σχολικές τσάντες.
Η Μαγισούλα κοίταξε την έτοιμη τσάντα της και χαμογέλασε.
«Τώρα ανυπομονώ να αρχίσει το σχολείο», είπε.
Ο Φύλλης φόρεσε την τσάντα του και προσπάθησε να σταθεί πολύ σοβαρός.
«Είμαστε έτοιμοι για μάθημα!» ανακοίνωσε.
Εκείνη τη στιγμή, το πράσινο τετράδιό του άνοιξε μόνο του και ένα ζωγραφισμένο φύλλο πετάχτηκε έξω, προσγειώθηκε πάνω στο καπέλο του και άρχισε να χορεύει.
Η Μαγισούλα, ο Φύλλης και η μαμά της ξέσπασαν σε γέλια.
Οι δύο φίλοι είχαν μάθει ότι για να ετοιμαστούν σωστά για το σχολείο δεν χρειάζονταν τα πιο ακριβά ή τα πιο λαμπερά πράγματα. Χρειάζονταν όσα πραγματικά θα τους βοηθούσαν να μάθουν, να δημιουργήσουν και να ζήσουν καινούριες περιπέτειες μαζί.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου