Η Μαγισούλα, το Ξωτικό και η Νεράιδα ετοιμάζονται για το σχολείο
Ένα γλυκό πρωινό, λίγο πριν αρχίσει η καινούρια σχολική χρονιά, η Μαγισούλα ξύπνησε από τις χαρούμενες φωνές των πουλιών. Άνοιξε τα μάτια της, τεντώθηκε κάτω από τη μοβ κουβέρτα της και κοίταξε το ημερολόγιο που κρεμόταν απέναντι από το κρεβάτι της.
«Μόνο δύο ημέρες έμειναν μέχρι να ανοίξει το Μαγικό Σχολείο!» είπε ενθουσιασμένη.
Η μαύρη γατούλα της, που κοιμόταν κουλουριασμένη πάνω στο χαλί, σήκωσε το κεφαλάκι της και νιαούρισε απαλά.
Η Μαγισούλα κατέβηκε γρήγορα από το κρεβάτι, άνοιξε την ντουλάπα της και άρχισε να κοιτάζει τα ρούχα της. Ήθελε να διαλέξει τι θα φορούσε την πρώτη ημέρα του σχολείου. Έβγαλε ένα μοβ φόρεμα με χρυσά αστεράκια, ένα μαύρο ζακετάκι και το αγαπημένο της καπέλο.
«Λες να είναι πολύ επίσημο;» ρώτησε τη γατούλα της.
Η γατούλα ακούμπησε με το πατουσάκι της το μοβ φόρεμα.
«Και εγώ αυτό προτιμώ!» γέλασε η Μαγισούλα.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα. Ήταν η μαμά της, που κρατούσε έναν δίσκο με ζεστό γάλα, ψωμάκι και μέλι.
«Καλημέρα, μικρή μου», είπε χαμογελώντας. «Σήμερα θα συναντήσεις το Ξωτικό και τη Νεράιδα για να ετοιμαστείτε όλοι μαζί για το σχολείο. Πρώτα, όμως, πρέπει να φας το πρωινό σου και να τακτοποιήσεις το δωμάτιό σου».
Η Μαγισούλα έφαγε το πρωινό της, έστρωσε το κρεβάτι και έβαλε τα ρούχα της στη θέση τους. Έπειτα πήρε τη σχολική τσάντα της και κατέβηκε στην αυλή. Η τσάντα ήταν μοβ, είχε δύο μεγάλες τσέπες και πάνω της ήταν ζωγραφισμένα ένα φεγγάρι και πολλά μικρά αστέρια.
Κάτω από το μεγάλο δέντρο της αυλής την περίμεναν ήδη το Ξωτικό και η Νεράιδα. Το Ξωτικό κρατούσε μια πράσινη τσάντα γεμάτη φύλλα και μικρά κουκουνάρια, ενώ η Νεράιδα είχε μια γαλάζια τσάντα που λαμπύριζε στο φως του ήλιου.
«Καλημέρα!» φώναξε η Μαγισούλα και έτρεξε κοντά τους.
«Καλημέρα!» απάντησαν οι φίλοι της.
«Έφερα όσα χρειάζομαι για το σχολείο», είπε περήφανα το Ξωτικό και άνοιξε την τσάντα του.
Μέσα υπήρχαν τρία τετράδια, ένα ξύλινο μολύβι, μια γόμα, δύο βελανίδια, ένα κομμάτι σκοινί και ένα μικρό βαζάκι με μαρμελάδα.
Η Μαγισούλα κοίταξε απορημένη το βαζάκι.
«Γιατί έβαλες τη μαρμελάδα μέσα στη σχολική σου τσάντα;»
«Για την ώρα του φαγητού!» απάντησε το Ξωτικό.
«Και τα βελανίδια;» ρώτησε η Νεράιδα.
«Για να μη νιώθω μόνος. Μου θυμίζουν το σπίτι μου στο δάσος», εξήγησε το Ξωτικό.
Οι φίλες του χαμογέλασαν. Καταλάβαιναν πως η πρώτη ημέρα στο σχολείο μπορούσε να προκαλέσει ενθουσιασμό, αλλά και λίγη ανησυχία.
Η Νεράιδα άνοιξε και εκείνη την τσάντα της. Είχε βάλει μέσα ένα τετράδιο με λουλούδια, ξυλομπογιές, ένα μικρό βιβλίο για τα φυτά και ένα σακουλάκι γεμάτο νεραϊδόσκονη.
«Δεν νομίζω ότι επιτρέπεται να πάρεις τόση νεραϊδόσκονη στο σχολείο», είπε προσεκτικά η Μαγισούλα. «Η δασκάλα μπορεί να φοβηθεί ότι θα τη χρησιμοποιήσουμε μέσα στην τάξη».
Η Νεράιδα σκέφτηκε για λίγο και συμφώνησε.
«Έχεις δίκιο. Θα πάρω μόνο λίγο μέσα σε ένα καλά κλεισμένο κουτάκι. Θα το χρησιμοποιήσω μόνο εάν μας το ζητήσει η δασκάλα».
Ύστερα άνοιξε τη δική της τσάντα η Μαγισούλα. Είχε βάλει μέσα δύο τετράδια, ένα βιβλίο μαγείας, μολύβια, ξυλομπογιές και το μαγικό της ραβδί.
«Το ραβδί σου πρέπει να βρίσκεται στη θήκη του», της υπενθύμισε η μαμά της, που είχε βγει στην αυλή. «Δεν κάνουμε ποτέ μαγεία χωρίς την άδεια της δασκάλας. Στο σχολείο μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε τις δυνάμεις μας με καλοσύνη και υπευθυνότητα».
Η Μαγισούλα τοποθέτησε αμέσως το ραβδί στη μικρή προστατευτική του θήκη.
Η μαμά άπλωσε πάνω στο τραπέζι έναν μεγάλο κατάλογο με όλα όσα χρειάζονταν τα παιδιά για το σχολείο. Οι τρεις φίλοι άρχισαν να ελέγχουν τις τσάντες τους.
«Τετράδια;» ρώτησε η Μαγισούλα.
«Τα έχουμε!» απάντησαν όλοι.
«Μολύβια και γόμες;»
«Τα έχουμε!»
«Ξυλομπογιές;»
«Τα έχουμε!»
«Παγούρι με νερό;»
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Κανένα δεν είχε φέρει παγούρι.
«Παραλίγο να το ξεχάσουμε!» είπε η Νεράιδα.
Πήγαν όλοι μαζί στην κουζίνα και γέμισαν τρία μικρά παγούρια. Η μαμά της Μαγισούλας ετοίμασε επίσης τρία δοχεία φαγητού. Έβαλε μέσα ψωμάκια με τυρί, κομμένα φρούτα και μικρά μπισκότα σε σχήμα αστεριού.
«Τώρα οι τσάντες μας είναι έτοιμες!» είπε το Ξωτικό.
«Δεν τελειώσαμε ακόμη», είπε η Μαγισούλα. «Πρέπει να ελέγξουμε και τη διαδρομή μέχρι το σχολείο».
Οι τρεις φίλοι ξεκίνησαν μαζί. Περπάτησαν μέσα από το φωτεινό δάσος, πέρασαν δίπλα από το ποτάμι και ακολούθησαν ένα μονοπάτι με πολύχρωμες πέτρες. Σε λίγο εμφανίστηκε μπροστά τους το Μαγικό Σχολείο. Ήταν ένα μεγάλο πέτρινο κτίριο, σαν παραμυθένιο κάστρο. Είχε ψηλούς πύργους, μοβ και μπλε σκεπές, χρυσά αστέρια, φεγγάρια και μεγάλα φωτεινά παράθυρα. Πάνω από την κεντρική ξύλινη πόρτα υπήρχε η επιγραφή «Μαγικό Σχολείο».
Η αυλή ήταν ακόμη ήσυχη. Τα λουλούδια περίμεναν να υποδεχτούν τα παιδιά, τα ξύλινα παγκάκια ήταν καθαρά και ένα μικρό συντριβάνι έστελνε λαμπερές σταγόνες ψηλά στον αέρα.
Η Μαγισούλα κοίταξε το σχολείο και ένιωσε την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα.
«Χαίρομαι που θα ξαναδώ τη δασκάλα και τους παλιούς μας φίλους», είπε. «Αλλά φοβάμαι μήπως τα καινούρια μαθήματα είναι δύσκολα».
«Και εγώ φοβάμαι λίγο», παραδέχτηκε το Ξωτικό. «Μήπως ξεχάσω πού βρίσκεται η τάξη μας ή μήπως κάνω κάποιο λάθος».
Η Νεράιδα κατέβασε τα φτερά της.
«Εγώ θα πάω στο Νεραϊδοσχολείο», είπε. «Δεν θα είμαι κάθε μέρα στην ίδια τάξη μαζί σας και αυτό με στενοχωρεί».
Η Μαγισούλα την αγκάλιασε.
«Μπορεί να πηγαίνουμε σε διαφορετικά σχολεία, αλλά θα συναντιόμαστε μετά τα μαθήματα. Θα λέμε ο ένας στον άλλο όσα μάθαμε και θα διαβάζουμε μαζί».
«Και τα Σαββατοκύριακα θα παίζουμε στο δάσος!» πρόσθεσε το Ξωτικό.
Η Νεράιδα χαμογέλασε ξανά.
Οι φίλοι κάθισαν σε ένα παγκάκι και άρχισαν να συζητούν για τους κανόνες του σχολείου. Θυμήθηκαν ότι έπρεπε να ακούν προσεκτικά τη δασκάλα, να περιμένουν τη σειρά τους, να μιλούν ευγενικά, να βοηθούν όποιο παιδί δυσκολευόταν και να μην κάνουν ποτέ μαγεία για να πειράξουν κάποιον.
«Αν ένα καινούριο παιδί δεν γνωρίζει κανέναν, τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Μαγισούλα.
«Θα το καλέσουμε να καθίσει μαζί μας», απάντησε το Ξωτικό.
«Και θα του δείξουμε πού βρίσκονται οι αίθουσες», πρόσθεσε η Νεράιδα.
«Αν κάποιος κάνει λάθος σε μια άσκηση;»
«Δεν θα γελάσουμε», είπε το Ξωτικό. «Θα τον βοηθήσουμε».
Η Μαγισούλα συμφώνησε. Η μαμά της έλεγε πάντα ότι η πιο δυνατή μαγεία δεν κρυβόταν σε κανένα ραβδί και σε κανένα ξόρκι. Ήταν η καλοσύνη που έδειχνε κάποιος στους άλλους.
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, αποφάσισαν να φτιάξουν μικρές καρτέλες με τα ονόματά τους. Η Μαγισούλα ζωγράφισε ένα φεγγάρι στη δική της. Το Ξωτικό ζωγράφισε ένα μεγάλο πράσινο φύλλο και η Νεράιδα ένα λουλούδι με γαλάζια πέταλα.
Έπειτα σκέπασαν τα βιβλία τους με πολύχρωμα χαρτιά. Το Ξωτικό δυσκολεύτηκε να κόψει το χαρτί στο σωστό μέγεθος και άρχισε να απογοητεύεται.
«Δεν μπορώ να το κάνω!» είπε.
«Μπορείς», απάντησε η Μαγισούλα. «Απλώς χρειάζεσαι λίγη βοήθεια».
Κράτησε σταθερό το βιβλίο, ενώ η Νεράιδα δίπλωσε προσεκτικά το χαρτί. Σε λίγο το βιβλίο ήταν όμορφα ντυμένο.
«Τα καταφέραμε όλοι μαζί!» είπε χαρούμενο το Ξωτικό.
Αργότερα, οι τρεις φίλοι έκαναν μια μικρή πρόβα για το πρωινό του σχολείου. Έβαλαν τα ξυπνητήρια, φόρεσαν τις τσάντες τους και στάθηκαν στη σειρά μπροστά στην πόρτα.
«Ξυπνάμε στην ώρα μας, πλένουμε το πρόσωπό μας, βουρτσίζουμε τα δόντια μας, ντυνόμαστε, τρώμε πρωινό και ελέγχουμε την τσάντα μας», είπε η Μαγισούλα.
«Και δεν βάζουμε τη μαρμελάδα χωρίς καπάκι μέσα στην τσάντα!» πρόσθεσε γελώντας η Νεράιδα.
Το Ξωτικό κοίταξε το βαζάκι του και βεβαιώθηκε ότι ήταν καλά κλεισμένο. Όλοι ξέσπασαν σε γέλια.
Όταν άρχισε να δύει ο ήλιος, ήρθε η ώρα για το Ξωτικό και τη Νεράιδα να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Πριν φύγουν, ένωσαν τα χέρια τους στη μέση της αυλής.
«Ό,τι και αν συμβεί την πρώτη ημέρα, θα θυμόμαστε ότι είμαστε φίλοι», είπε η Νεράιδα.
«Θα βοηθάμε ο ένας τον άλλο», υποσχέθηκε το Ξωτικό.
«Και θα προσπαθούμε πάντα, ακόμη κι όταν κάτι μας φαίνεται δύσκολο», συμπλήρωσε η Μαγισούλα.
Το βράδυ, η Μαγισούλα άφησε την έτοιμη τσάντα δίπλα στην πόρτα και τοποθέτησε τα ρούχα της πάνω στην καρέκλα. Η μαύρη γατούλα πήδηξε στο κρεβάτι και κουλουριάστηκε δίπλα της.
Η μαμά της μπήκε στο δωμάτιο, τη σκέπασε και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.
«Είμαι έτοιμη για το σχολείο», ψιθύρισε η Μαγισούλα. «Η τσάντα μου είναι έτοιμη, τα βιβλία μου είναι έτοιμα και οι φίλοι μου είναι έτοιμοι».
«Και η καρδιά σου;» τη ρώτησε η μαμά της.
Η Μαγισούλα σκέφτηκε για λίγο.
«Η καρδιά μου έχει λίγη αγωνία, πολλή χαρά και ακόμη περισσότερη αγάπη».
«Τότε είσαι πραγματικά έτοιμη», είπε η μαμά της.
Η Μαγισούλα έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε το Μαγικό Σχολείο γεμάτο παιδιά, χαμόγελα, βιβλία και καινούριες γνώσεις. Δεν ήξερε τι ακριβώς θα συνέβαινε τη νέα σχολική χρονιά. Ήξερε, όμως, ότι θα είχε δίπλα της το Ξωτικό, τη Νεράιδα, τη μαμά της και όλους τους φίλους της.
Και έτσι αποκοιμήθηκε ήρεμη, περιμένοντας να αρχίσει μια καινούρια σχολική χρονιά γεμάτη μαθήματα, φιλίες και υπέροχες μαγικές περιπέτειες.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου