Η Νεράιδα και το Ξωτικό Ετοιμάζονται για το Μαγικό Σχολείο





Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να φωτίζει την Κοιλάδα των Φωτεινών Πετάλων, όταν η νεράιδα Λουμίνα άνοιξε τα μάτια της. Μικρά χρυσαφένια πέταλα ταξίδευαν έξω από το παράθυρό της και φωτεινές πεταλούδες πετούσαν ανάμεσα στα λουλούδια.

Η Λουμίνα σηκώθηκε από το κρεβάτι της και κοίταξε το ημερολόγιο που κρεμόταν στον τοίχο.

«Σήμερα αρχίζει το μαγικό σχολείο!» είπε ενθουσιασμένη.

Πέταξε αμέσως προς την ντουλάπα της και άρχισε να ψάχνει τι θα φορέσει. Διάλεξε ένα απαλό μοβ φόρεμα με πέταλα, έβαλε στα μαλλιά της ένα στεφάνι από μικρά λουλούδια και καθάρισε προσεκτικά τα διάφανα φτερά της με λίγη φωτεινή νεραϊδόσκονη.

Ύστερα άνοιξε τη σχολική της τσάντα.

Μέσα έβαλε ένα τετράδιο με κρυστάλλινες σελίδες, τρία χρωματιστά μολύβια, ένα μικρό μπουκαλάκι νεραϊδόσκονης και το βιβλίο «Βασικά Ξόρκια για Νεαρές Νεράιδες».

Όταν προσπάθησε να κλείσει την τσάντα, όμως, κάτι άρχισε να κουνιέται μέσα της.

Η Λουμίνα την άνοιξε και από μέσα πετάχτηκε μια φωτεινή πεταλούδα.

«Πώς μπήκες εσύ εδώ;» ρώτησε γελώντας.

Η πεταλούδα πέταξε γύρω από το δωμάτιο και βγήκε από το παράθυρο.

Την ίδια στιγμή, στο χωριό των ξωτικών, ο Φύλλης κοιμόταν ακόμη μέσα στο μικρό σπίτι του, που ήταν χτισμένο στον κορμό μιας παλιάς βελανιδιάς.

Το ξυπνητήρι του, ένα μικρό ξύλινο πουλάκι, άρχισε να κελαηδά δυνατά.

«Σήκω, Φύλλη! Σήκω, Φύλλη! Ώρα για σχολείο!»

Ο Φύλλης άνοιξε το ένα μάτι και τράβηξε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι του.

«Άλλα πέντε λεπτά», μουρμούρισε.

Το ξύλινο πουλάκι πέταξε πάνω από το κρεβάτι του και άρχισε να χτυπά απαλά το πράσινο καπέλο του.

Ο Φύλλης σηκώθηκε απότομα.

«Το σχολείο! Θα αργήσω!»

Άρχισε να τρέχει μέσα στο δωμάτιο. Φόρεσε το πράσινο παντελόνι του, το καφέ γιλέκο και τα παπούτσια του από μαλακά φύλλα. Ύστερα έβαλε το καπέλο του, αλλά δεν πρόσεξε ότι το φορούσε ανάποδα.

Στη σχολική του τσάντα έβαλε ένα βιβλίο για τα μαγικά φυτά, ένα ξύλινο τετράδιο, μολύβια, ένα κουτί με σπόρους και ένα μικρό ποτιστήρι.

Όταν σήκωσε την τσάντα, ήταν τόσο βαριά που παραλίγο να πέσει προς τα πίσω.

«Μάλλον πήρα περισσότερα πράγματα από όσα χρειάζομαι», είπε.

Άνοιξε ξανά την τσάντα και έβγαλε τρία μεγάλα βιβλία που δεν υπήρχαν στο σημερινό πρόγραμμα. Κράτησε μόνο τα απαραίτητα και η τσάντα έγινε πολύ πιο ελαφριά.

Λίγο αργότερα, η Λουμίνα έφτασε πετώντας έξω από το σπίτι του.

«Καλημέρα, Φύλλη!» φώναξε.

Ο Φύλλης βγήκε τρέχοντας, κρατώντας ένα κομμάτι ψωμί με μέλι.

Η Λουμίνα τον κοίταξε και άρχισε να γελά.

«Γιατί γελάς;» τη ρώτησε.

«Το καπέλο σου είναι ανάποδα.»

Ο Φύλλης το διόρθωσε γρήγορα.

«Ετοιμάστηκα λίγο βιαστικά», παραδέχτηκε.

Οι δύο φίλοι ξεκίνησαν μαζί για το μαγικό σχολείο. Είχαν συμφωνήσει να συναντήσουν τη Μαγισούλα κοντά στη γέφυρα του δάσους.

Στον δρόμο, όμως, η Λουμίνα σταμάτησε ξαφνικά.

«Ξέχασα το μαγικό μου ραβδί!» είπε ανήσυχη.

«Μπορούμε να γυρίσουμε να το πάρουμε», πρότεινε ο Φύλλης.

Η Λουμίνα σκέφτηκε για λίγο.

«Αν επιστρέψουμε στην κοιλάδα, θα αργήσουμε πολύ.»

Ο Φύλλης άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε ένα μικρό ξύλινο ραβδί.

«Έχω μαζί μου ένα δεύτερο ραβδί για εξάσκηση. Δεν είναι τόσο λαμπερό όσο το δικό σου, αλλά λειτουργεί σωστά και είναι ασφαλές.»

Η Λουμίνα το πήρε και χαμογέλασε.

«Σε ευχαριστώ. Αύριο θα ετοιμάσω την τσάντα μου από το βράδυ για να μη ξεχάσω τίποτα.»

Όταν έφτασαν στη γέφυρα, η Μαγισούλα τούς περίμενε μαζί με τη μαύρη γατούλα της. Φορούσε το μωβ καπέλο της, κρατούσε τη σχολική της τσάντα και είχε δίπλα της τη μαγική σκούπα.

«Καλημέρα!» είπε χαρούμενα. «Είστε έτοιμοι για την πρώτη ημέρα;»

«Τώρα είμαστε», απάντησε η Λουμίνα και τους διηγήθηκε πώς είχε ξεχάσει το ραβδί της.

«Κι εγώ παραλίγο να πάρω όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης μαζί μου», είπε ο Φύλλης.

Η Μαγισούλα γέλασε.

«Η μαμά μου με βοήθησε να φτιάξω μια μικρή λίστα. Έτσι έβαλα στην τσάντα μόνο όσα χρειαζόμαστε σήμερα.»

Οι τρεις φίλοι κοίταξαν τη λίστα. Έλεγξαν ότι είχαν τετράδια, μολύβια, τα σωστά βιβλία, κολατσιό και ένα μπουκαλάκι νερό.

Ύστερα ακολούθησαν το φωτεινό μονοπάτι προς το σχολείο.

Καθώς περπατούσαν μέσα στο δάσος, ο Φύλλης άρχισε να φαίνεται ανήσυχος.

«Κι αν δεν μπορέσω να κάνω σωστά το πρώτο ξόρκι;» ρώτησε.

«Ούτε εγώ ξέρω αν θα τα καταφέρω με την πρώτη προσπάθεια», είπε η Λουμίνα.

Η Μαγισούλα θυμήθηκε τα λόγια της μαμάς της.

«Στο σχολείο δεν πηγαίνουμε επειδή τα γνωρίζουμε ήδη όλα. Πηγαίνουμε για να μάθουμε.»

Ο Φύλλης χαμογέλασε και συνέχισε να περπατά.

Σύντομα εμφανίστηκε μπροστά τους το μαγικό σχολείο. Οι πέτρινοι πύργοι του είχαν μωβ και μπλε σκεπές, τα μεγάλα παράθυρα έλαμπαν και χρυσές σημαίες κυμάτιζαν στον πρωινό αέρα.

Στην αυλή έπαιζαν πολλές μικρές μάγισσες, νεράιδες και ξωτικά. Κάθε παιδί είχε διαφορετικό πρόσωπο, διαφορετικά μαλλιά και διαφορετικά ρούχα. Μερικοί μαθητές συζητούσαν κάτω από το μεγάλο ασημένιο δέντρο, ενώ άλλοι φρόντιζαν τα φυτά τους στον σχολικό κήπο.

Η κυρία Αστερόσκονη στεκόταν στην είσοδο. Τα μακριά ασημογάλαζα μαλλιά της έλαμπαν και το βαθύ μπλε φόρεμά της ήταν γεμάτο μικρά αστέρια.

«Καλώς ήρθατε!» είπε με τη γλυκιά φωνή της. «Είμαι πολύ χαρούμενη που σας βλέπω έτοιμους για μια νέα σχολική χρονιά.»

Οι τρεις φίλοι μπήκαν στην τάξη και κάθισαν στα θρανία τους. Η Λουμίνα τοποθέτησε προσεκτικά το δανεικό ραβδί δίπλα στο τετράδιό της. Ο Φύλλης έβαλε το κουτί με τους σπόρους κάτω από το θρανίο και η Μαγισούλα άνοιξε το βιβλίο της.

Το πρώτο μάθημα ήταν για τους μαγικούς σπόρους. Κάθε μαθητής έπρεπε να φυτέψει έναν μικρό σπόρο και να τον βοηθήσει να μεγαλώσει με λίγη μαγεία και πολλή φροντίδα.

Ο Φύλλης ήξερε πολλά για τα φυτά και βοήθησε τις φίλες του να τοποθετήσουν σωστά τους σπόρους στο χώμα. Η Λουμίνα πρόσθεσε λίγη χρυσαφένια νεραϊδόσκονη και η Μαγισούλα έκανε ένα απαλό ξόρκι φωτός.

Μέσα από το χώμα φύτρωσαν τρία διαφορετικά λουλούδια. Το πρώτο ήταν πράσινο με φύλλα σε σχήμα καρδιάς. Το δεύτερο ήταν γαλάζιο και έλαμπε σαν κρύσταλλο. Το τρίτο ήταν μωβ με μικρά χρυσά αστέρια πάνω στα πέταλά του.

«Τα λουλούδια σας είναι διαφορετικά, αλλά μεγαλώνουν όμορφα το ένα δίπλα στο άλλο», είπε η κυρία Αστερόσκονη. «Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές. Ο καθένας έχει τα δικά του χαρίσματα και όλοι μπορούν να βοηθούν ο ένας τον άλλον.»

Η Λουμίνα, ο Φύλλης και η Μαγισούλα κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν.

Το πρωί είχαν ανησυχήσει μήπως ξεχάσουν κάτι ή μήπως δεν τα καταφέρουν. Τώρα όμως γνώριζαν ότι δεν χρειαζόταν να είναι τέλειοι. Αρκούσε να προετοιμάζονται, να προσπαθούν και να στηρίζουν τους φίλους τους.

Όταν χτύπησε το κουδούνι για το πρώτο διάλειμμα, οι τρεις φίλοι βγήκαν μαζί στην αυλή.

Η νέα σχολική χρονιά είχε μόλις αρχίσει και μπροστά τους τους περίμεναν μαθήματα, παιχνίδια και πολλές καινούριες μαγικές περιπέτειες.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού