Η Μαγισούλα Μελίνα και ο σπόρος που δεν βιαζόταν

 




Τη δεύτερη μέρα του σχολείου, η Μελίνα ξύπνησε και κοίταξε αμέσως την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι της. Η τσάντα της ήταν εκεί, με τη λουλουδένια κορδέλα που της είχε χαρίσει η νεράιδα Λουμίνα. Αυτή τη φορά, η Μαγισούλα δεν αναρωτιόταν ποιος θα καθόταν δίπλα της. Την περίμεναν η Μυρτώ με τις κόκκινες μπούκλες και ο Πέτρος, το μικρό ξωτικό με τα πράσινα γυαλιά.
«Μαμά, σήμερα ξέρω πού είναι η τάξη μου!» ανακοίνωσε καθώς έμπαινε στην κουζίνα.
«Και τι λες να μάθετε;» ρώτησε η μαμά, βάζοντας το πρωινό στο τραπέζι.
«Ίσως να κάνουμε τα μολύβια να γράφουν μόνα τους!»
Η Μελίνα σκέφτηκε λίγο και κούνησε το κεφάλι.
«Όχι, καλύτερα όχι. Το δικό μου μπορεί να γράφει μόνο “μπισκότα”.»
Η μαμά γέλασε. Η μαύρη γατούλα, που περίμενε δίπλα στην καρέκλα, σήκωσε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε.
Λίγη ώρα αργότερα, έφτασαν στο Μαγικό Σχολείο. Οι μωβ και μπλε σκεπές των πέτρινων πύργων έλαμπαν στον πρωινό ήλιο. Στην αυλή, η Μυρτώ κουνούσε το χέρι της, ενώ ο Πέτρος προσπαθούσε να βγάλει ένα μικρό φύλλο που είχε πιαστεί στο λουρί της τσάντας του.
«Μελίνα! Έλα να δεις!» φώναξε η Μυρτώ. «Η δασκάλα έφερε ένα τεράστιο καλάθι!»
Η Μελίνα αγκάλιασε τη μαμά της, την αποχαιρέτησε και ακολούθησε τους φίλους της.
Στην τάξη, τα χάρτινα αστέρια που είχαν φτιάξει την πρώτη μέρα κρέμονταν ακόμη γύρω από το μεγάλο φεγγάρι. Η Μελίνα βρήκε αμέσως το δικό της, με τη ζωγραφισμένη μαύρη γατούλα. Από κάτω, πάνω στο τραπέζι της κυρίας Αστερόσκονης, βρισκόταν ένα καλάθι σκεπασμένο με πράσινο πανί.
Κάτι μέσα έκανε έναν μικρό ήχο.
Τικ!
Ο Πέτρος έσκυψε προς τις φίλες του.
«Λέτε να έχει αυγά δράκου;»
«Αν έχει, ελπίζω να είναι μικροί οι δράκοι», ψιθύρισε η Μελίνα. «Δεν χωράει μεγάλος στην καρέκλα μου.»
Η κυρία Αστερόσκονη σήκωσε το πανί. Μέσα υπήρχαν γλαστράκια, μικρά φτυαράκια, ένα ποτιστήρι και ένα κουτί με σπόρους που έμοιαζαν με μικροσκοπικά ασημένια κουμπιά.
«Σήμερα θα κάνουμε το πρώτο μας μάθημα φροντίδας μαγικών φυτών!» είπε. «Θα φυτέψουμε καμπανολούλουδα στον σχολικό κήπο.»
«Χτυπούν σαν καμπάνες;» ρώτησε η Μυρτώ.
«Θα το ακούσετε όταν ανοίξουν. Πρώτα, όμως, χρειάζονται τη φροντίδα μας.»
Τα παιδιά βγήκαν στον κήπο μαζί με τη δασκάλα. Κάτω από μια πέργκολα υπήρχε ένα χαμηλό ξύλινο τραπέζι. Πιο πέρα, ένα μονοπάτι περνούσε ανάμεσα σε παρτέρια, κι ένα σπουργιτάκι τιναζόταν μέσα σε μια ρηχή γούρνα με νερό.
Η Μελίνα, η Μυρτώ και ο Πέτρος ανέλαβαν από ένα γλαστράκι.
Η κυρία Αστερόσκονη τους έδειξε πώς να βάλουν χώμα, να ανοίξουν μια μικρή λακκουβίτσα και να τοποθετήσουν μέσα τον σπόρο.
«Τον σκεπάζουμε απαλά», εξήγησε. «Δεν πατάμε το χώμα δυνατά. Ύστερα ρίχνουμε λίγο νερό, μέχρι εδώ.»
Έδειξε τη γραμμή στο μικρό ποτηράκι που θα χρησιμοποιούσαν για μέτρο.
Η Μελίνα σκέπασε τον δικό της σπόρο προσεκτικά.
«Καλημέρα», του ψιθύρισε. «Είμαι η Μελίνα. Αυτή είναι η γλάστρα σου.»
«Του έκανες γνωριμία;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Εμένα με βοήθησε χθες!» απάντησε εκείνη.
Αφού πότισαν, η δασκάλα τούς έμαθε ένα μικρό ξόρκι ζεστασιάς. Έδειξε την κίνηση με το ραβδί και περίμενε να τη δοκιμάσουν με τη σειρά τους.
«Μια σταλίτσα φως ζεστό, για το σποράκι το μικρό.»
Μια απαλή λάμψη ακούμπησε κάθε γλαστράκι κι έσβησε σιγά σιγά μέσα στο χώμα.
Η Μελίνα περίμενε.
Κοίταξε από τη μία πλευρά.
Κοίταξε από την άλλη.
Τίποτα.
«Μήπως δεν με άκουσε;» αναρωτήθηκε.
Στο γλαστράκι της Μυρτώς φάνηκε μια μικρή πράσινη μυτούλα. Λίγο αργότερα, φύτρωσε και ο σπόρος του Πέτρου. Της Μελίνας, όμως, το χώμα έμενε ακίνητο.
Η Μαγισούλα σήκωσε πάλι το ποτηράκι με το νερό.
«Να του δώσω λίγο ακόμη;» ρώτησε τη δασκάλα.
Η κυρία Αστερόσκονη πλησίασε και έλεγξε το χώμα.
«Έχει όσο νερό χρειάζεται. Τώρα θα τον αφήσουμε να δουλέψει κάτω από τη γη.»
«Μα εγώ δεν βλέπω να δουλεύει.»
«Οι πρώτες ριζούλες δεν φαίνονται από εδώ. Μερικοί σπόροι αργούν περισσότερο να βγάλουν βλαστό.»
Η Μελίνα ακούμπησε το ποτηράκι. Δεν της ήταν εύκολο να περιμένει, ειδικά όταν τα δύο διπλανά φυτάκια είχαν ήδη ξεπροβάλει.
Η Μυρτώ τής έδωσε ένα ξυλάκι και ένα μολύβι.
«Να ετοιμάσουμε τις ταμπελίτσες μας; Έτσι θα ξέρουμε ποια γλάστρα είναι ποια.»
Η Μελίνα έγραψε το όνομά της. Από κάτω ζωγράφισε ένα μικρό καμπανάκι.
Ξαφνικά, ο Πέτρος φώναξε:
«Ωχ! Το δικό μου γέρνει!»
Ο λεπτός βλαστός του είχε λυγίσει προς τη μία πλευρά. Ένα αεράκι περνούσε ανάμεσα στα παρτέρια και κουνούσε τα καινούρια φυλλαράκια.
Η Μελίνα γύρισε αμέσως προς το μέρος του.
«Κυρία Αστερόσκονη, μπορείτε να μας βοηθήσετε;»
Η δασκάλα τούς έφερε ένα λεπτό στηριγματάκι και μια μαλακή κορδέλα. Ο Πέτρος κρατούσε τη γλάστρα, η Μυρτώ έδινε την κορδέλα και η Μελίνα παρακολουθούσε πώς η δασκάλα στήριζε τον βλαστό χωρίς να τον σφίγγει.
«Τώρα στέκεται!» είπε ανακουφισμένος ο Πέτρος.
Μετέφεραν τις γλάστρες λίγο πιο μέσα, εκεί όπου έφτανε ο ήλιος αλλά έκοβε ο αέρας. Ύστερα μάζεψαν τα φτυαράκια και σκούπισαν το χώμα από το τραπέζι.
Όταν η Μελίνα γύρισε να πάρει τη δική της γλάστρα, σταμάτησε.
Στη μέση του χώματος είχε εμφανιστεί μια μικρή ρωγμή.
«Ελάτε… αλλά σιγά!» ψιθύρισε.
Οι φίλοι της πλησίασαν. Μια πράσινη ακρούλα ανασηκώθηκε, σπρώχνοντας έναν μικροσκοπικό σβόλο. Ύστερα ξεδιπλώθηκαν δύο τόσο δα φυλλαράκια.
Η Μελίνα χαμογέλασε.
«Καλημέρα και πάλι», είπε. «Τώρα σε βλέπω!»
Πριν επιστρέψουν στην τάξη, η κυρία Αστερόσκονη τους οδήγησε σε μια μεγάλη γλάστρα κοντά στην πέργκολα. Εκεί μεγάλωνε ένα καμπανολούλουδο που είχε φυτέψει η ίδια νωρίτερα. Είχε ψηλό βλαστό και μικρά μωβ άνθη, σκυμμένα σαν καμπανάκια.
Το αεράκι πέρασε ανάμεσά τους.
Ντιν… ντιν… ντιν…
Ήταν ένας απαλός ήχος, σαν μικρά κουταλάκια που ακουμπούσαν σε φλιτζανάκια.
«Έτσι θα ακουστούν και τα δικά μας;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Όταν μεγαλώσουν και ανθίσουν», απάντησε η δασκάλα. «Θα τα παρακολουθούμε τις επόμενες μέρες.»
Μέσα στην τάξη, κάθε παιδί ζωγράφισε το γλαστράκι του όπως ήταν εκείνη τη στιγμή. Η Μελίνα έφτιαξε δύο μικρά πράσινα φυλλαράκια. Δεν πρόσθεσε ούτε τεράστιο λουλούδι ούτε δέκα καμπανάκια. Ήθελε να θυμάται πώς ακριβώς είχε ξεκινήσει το δικό της φυτό.
Όταν σχόλασε, έτρεξε στη μαμά της κρατώντας τη ζωγραφιά.
«Σήμερα φύτεψα έναν σπόρο που δεν βιαζόταν!»
«Και φύτρωσε;»
«Ναι! Όσο βοηθούσαμε το φυτό του Πέτρου, εκείνος ετοίμαζε τα φυλλαράκια του.»
Το απόγευμα, η Λουμίνα ήρθε να μάθει τα νέα. Η Μελίνα τής έδειξε τη ζωγραφιά και της έκανε τον ήχο των καμπανολούλουδων.
«Ντιν… ντιν…»
Η μαύρη γατούλα άνοιξε το ένα μάτι.
Η Λουμίνα γέλασε.
«Νομίζω πως η γατούλα σου προτιμά τα λουλούδια χωρίς κουδουνάκια!»
Οι δυο φίλες μίλησαν λίγο πιο σιγά. Η Μελίνα έβαλε τη ζωγραφιά μέσα στο τετράδιό της και ετοίμασε την τσάντα για την επόμενη μέρα. Είχε τόσα να περιμένει: τους φίλους της, ένα καινούριο μάθημα και δυο μικρά φυλλαράκια που θα την περίμεναν στον σχολικό κήπο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού