Η Μαγισούλα που Νύσταζε και Δεν Ήθελε να Πάει Σχολείο
Ένα παιδικό παραμύθι για τη νύστα, το σχολείο και τη δύναμη της ενθάρρυνσης.
Ένα πρωινό, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, το μικρό ξυπνητήρι της Μαγισούλας άρχισε να χτυπά πάνω στο κομοδίνο της.
«Ντιν, ντιν, ώρα για το μαγικό σχολείο!» τραγουδούσε χαρούμενα.
Η Μαγισούλα άνοιξε για λίγο τα μάτια της, τράβηξε την κουβέρτα μέχρι το μωβ καπέλο της και γύρισε από την άλλη πλευρά. Η μαύρη γατούλα της ήταν κουλουριασμένη δίπλα στα πόδια της και κοιμόταν τόσο ήσυχα, ώστε η μικρή μάγισσα νύσταξε ακόμη περισσότερο.
«Δεν θέλω να πάω σχολείο σήμερα», μουρμούρισε. «Θέλω να μείνω στο κρεβάτι και να κοιμηθώ.»
Η μαμά της Μαγισούλας μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας ένα μικρό φωτεινό φαναράκι. Τα μακριά καστανά μαλλιά της έπεφταν απαλά πάνω στο μωβ φόρεμά της και στο πρόσωπό της είχε ένα ζεστό χαμόγελο.
«Καλημέρα, μικρό μου αστεράκι», είπε ήρεμα. «Ώρα να ετοιμαστούμε για το σχολείο.»
Η Μαγισούλα έκρυψε το πρόσωπό της κάτω από το μαξιλάρι.
«Νυστάζω πολύ. Τα βλέφαρά μου είναι βαριά και τα πόδια μου δεν θέλουν να σηκωθούν.»
Η μαμά της κάθισε δίπλα της και την χάιδεψε απαλά στα μαλλιά.
«Χθες το βράδυ έμεινες ξύπνια και διάβαζες το βιβλίο με τους δράκους μέχρι αργά», της είπε. «Γι’ αυτό σήμερα νιώθεις κουρασμένη. Όμως δεν χρειάζεται να κάνουμε όλα τα πράγματα μαζί. Θα ετοιμαστούμε ένα βήμα κάθε φορά.»
Η Μαγισούλα έβγαλε διστακτικά το ένα πόδι από το κρεβάτι. Ύστερα έβγαλε και το δεύτερο, αλλά αμέσως χασμουρήθηκε τόσο δυνατά, ώστε μια μικρή μωβ σπίθα πετάχτηκε από το στόμα της και προσγειώθηκε πάνω στο μαξιλάρι.
Το μαξιλάρι άρχισε να χασμουριέται και εκείνο.
«Νυστάζω κι εγώ», είπε με βαριά φωνή.
Η Μαγισούλα γέλασε, αλλά έπειτα κοίταξε ξανά το ζεστό κρεβάτι της.
«Μαμά, τι θα γίνει αν αποκοιμηθώ μέσα στην τάξη; Τι θα γίνει αν δεν μπορέσω να κάνω σωστά τα ξόρκια;»
Η μαμά της κατάλαβε ότι η μικρή μάγισσα δεν ένιωθε μόνο νύστα. Ανησυχούσε και για το σχολείο.
«Όλοι έχουμε ημέρες που νιώθουμε κουρασμένοι ή φοβισμένοι», της εξήγησε. «Δεν χρειάζεται να είσαι τέλεια. Αρκεί να προσπαθήσεις και να ζητήσεις βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι.»
Στην κουζίνα, η μαμά της είχε ετοιμάσει ζεστό γάλα, ψωμί με μέλι και μερικά κομμάτια φρούτου. Η Μαγισούλα έφαγε αργά το πρωινό της και άρχισε να νιώθει λίγο καλύτερα. Η μαύρη γατούλα κάθισε δίπλα της και την κοιτούσε με τα μεγάλα πράσινα μάτια της.
Μετά το πρωινό, η Μαγισούλα φόρεσε το μωβ φόρεμα με τα χρυσά αστέρια, έδεσε τα παπούτσια της και έβαλε τα σχολικά βιβλία μέσα στην τσάντα της. Η μαμά της της έδωσε ένα μικρό σακουλάκι με μπισκότα και ένα φιλί στο μέτωπο.
«Θυμήσου», της είπε. «Όταν νιώθεις πολύ κουρασμένη, πάρε μια βαθιά ανάσα, πιες λίγο νερό και πες στη δασκάλα σου πώς αισθάνεσαι.»
Έξω από το σπίτι την περίμενε το ξωτικό Φύλλης. Φορούσε το πράσινο καπέλο του και κρατούσε δύο σχολικές τσάντες, επειδή είχε μπερδευτεί και είχε πάρει κατά λάθος και την τσάντα του μικρού του αδελφού.
Λίγο πιο πάνω πετούσε η νεράιδα Λουμίνα. Τα διάφανα φτερά της λαμπύριζαν στο πρωινό φως και στα μαλλιά της φορούσε ένα στεφάνι από μικρά λουλούδια.
«Καλημέρα, Μαγισούλα!» φώναξε η Λουμίνα. «Είσαι έτοιμη για το καινούριο μάθημα;»
Η Μαγισούλα χασμουρήθηκε.
«Όχι πολύ. Νυστάζω και ήθελα να μείνω στο σπίτι.»
Ο Φύλλης χαμογέλασε.
«Κι εγώ νύσταζα τόσο πολύ, που έβαλα το καπέλο μου ανάποδα», είπε και τους έδειξε ότι η μακριά άκρη του καπέλου του κρεμόταν μπροστά στο πρόσωπό του.
Η Λουμίνα γέλασε.
«Κι εγώ ξέχασα το μαγικό μου μολύβι μέσα στο ψυγείο. Μερικά πρωινά είναι πιο δύσκολα για όλους.»
Οι τρεις φίλοι ξεκίνησαν μαζί για το μαγικό σχολείο. Πέρασαν μέσα από το δάσος, ακολούθησαν το μονοπάτι με τις φωτεινές πέτρες και έφτασαν μπροστά στο μεγάλο σχολικό κτίριο. Οι πύργοι του είχαν μπλε σκεπές και τα παράθυρά του έλαμπαν σαν μικρά αστέρια.
Μόλις μπήκαν στην τάξη, η δασκάλα τους, η κυρία Αστερόσκονη, παρατήρησε ότι η Μαγισούλα δυσκολευόταν να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.
«Μαγισούλα, αισθάνεσαι καλά;» τη ρώτησε.
Η μικρή μάγισσα θυμήθηκε τη συμβουλή της μαμάς της και αποφάσισε να πει την αλήθεια.
«Νυστάζω πολύ, επειδή χθες κοιμήθηκα αργά. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να παρακολουθήσω το μάθημα.»
Η δασκάλα δεν θύμωσε. Της έδωσε λίγο νερό και της επέτρεψε να καθίσει κοντά στο ανοιχτό παράθυρο, όπου έμπαινε καθαρός πρωινός αέρας.
«Το σώμα μας χρειάζεται ξεκούραση για να μαθαίνει και να κάνει σωστά μαγεία», είπε στην τάξη. «Όταν κοιμόμαστε αρκετά, μπορούμε να συγκεντρωνόμαστε καλύτερα και να είμαστε πιο προσεκτικοί.»
Το πρώτο μάθημα εκείνης της ημέρας ήταν τα Ξόρκια των Χρωμάτων. Κάθε παιδί έπρεπε να μετατρέψει ένα λευκό λουλούδι σε διαφορετικό χρώμα.
Ο Φύλλης έκανε το δικό του πράσινο. Η Λουμίνα το έκανε χρυσαφένιο. Όταν ήρθε η σειρά της Μαγισούλας, εκείνη σήκωσε το ραβδί της, αλλά χασμουρήθηκε στη μέση του ξορκιού.
Το λουλούδι δεν έγινε μωβ όπως ήθελε. Άρχισε να φορά ένα μικροσκοπικό σκουφάκι ύπνου και να ροχαλίζει πάνω στο θρανίο.
Όλα τα παιδιά γέλασαν, ακόμη και η Μαγισούλα.
«Δεν πειράζει», είπε η κυρία Αστερόσκονη. «Τα λάθη είναι μέρος της μάθησης. Πάρε τον χρόνο σου και προσπάθησε ξανά.»
Η Μαγισούλα έκλεισε για λίγο τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και συγκεντρώθηκε. Σήκωσε ξανά το ραβδί της και είπε αργά το ξόρκι.
Αυτή τη φορά, το λουλούδι έγινε λαμπερό μωβ και μικρά χρυσά αστεράκια εμφανίστηκαν πάνω στα πέταλά του.
«Τα κατάφερες!» φώναξαν η Λουμίνα και ο Φύλλης.
Στο διάλειμμα, οι τρεις φίλοι κάθισαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Μοιράστηκαν τα μπισκότα της Μαγισούλας και συζήτησαν για το πρωινό τους.
«Χαίρομαι που ήρθα τελικά», είπε η Μαγισούλα. «Πριν φύγω από το σπίτι, νόμιζα ότι όλη η ημέρα θα ήταν δύσκολη.»
«Μερικές φορές το πιο δύσκολο βήμα είναι να σηκωθούμε από το κρεβάτι», είπε ο Φύλλης.
Η Λουμίνα συμφώνησε.
«Και όταν μιλάμε για όσα μας φοβίζουν, οι φίλοι και οι μεγάλοι μπορούν να μας βοηθήσουν.»
Όταν τελείωσαν τα μαθήματα, η Μαγισούλα επέστρεψε στο πέτρινο σπιτάκι της. Η μαμά της την περίμενε στην πόρτα.
«Πώς πέρασες;» τη ρώτησε.
«Στην αρχή νύσταζα πολύ», απάντησε η μικρή μάγισσα. «Όμως είπα στη δασκάλα την αλήθεια, προσπάθησα ξανά όταν έκανα λάθος και τελικά πέρασα όμορφα.»
Εκείνο το βράδυ, η Μαγισούλα ετοίμασε από νωρίς τη σχολική της τσάντα. Έβαλε το βιβλίο με τους δράκους στο ράφι και φόρεσε τις πιτζάμες της πριν αρχίσει να νυστάζει.
Η μαμά της την σκέπασε, κάθισε δίπλα της και της διάβασε ένα μικρό παραμύθι. Η μαύρη γατούλα κουλουριάστηκε στα πόδια της και το δωμάτιο γέμισε με το απαλό άρωμα της λεβάντας.
«Αύριο μπορεί να δυσκολευτώ πάλι να ξυπνήσω», είπε η Μαγισούλα, «αλλά τώρα ξέρω τι πρέπει να κάνω.»
Έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε ήρεμα, έτοιμη να υποδεχτεί μια καινούρια ημέρα στο μαγικό σχολείο.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου