Η Μαγισούλα και το Ξωτικό στο Δάσος των Ψιθύρων



Ένα όμορφο πρωινό, η Μαγισούλα πήρε το μικρό της σακίδιο, φόρεσε το μωβ καπέλο της και βγήκε στον κήπο μαζί με τη μαύρη γατούλα της. Εκεί την περίμενε ο φίλος της, το ξωτικό Φύλλης, κρατώντας έναν ξύλινο χάρτη.

«Σήμερα θα πάμε στο Δάσος των Ψιθύρων», είπε χαρούμενος. «Θέλω να μαζέψω ασημένια φύλλα για το μάθημα των μαγικών φυτών.»

Η Μαγισούλα συμφώνησε αμέσως. Οι δυο φίλοι μπήκαν στο δάσος και ακολούθησαν ένα μονοπάτι γεμάτο αγριολούλουδα, μανιτάρια και μικρές φωτεινές πέτρες. Η μαύρη γατούλα περπατούσε μπροστά τους και μύριζε προσεκτικά κάθε θάμνο.

Όσο προχωρούσαν, άρχισαν να ακούν παράξενους ψιθύρους ανάμεσα στα δέντρα.

«Από εδώ… ελάτε από εδώ…» έλεγαν οι φωνές.

Η Μαγισούλα κοίταξε ανήσυχη τον Φύλλη.

«Το δάσος προσπαθεί να μας δείξει κάτι», είπε το ξωτικό. «Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί, γιατί μερικές φορές οι άνεμοι μιμούνται τις φωνές των δέντρων.»

Ξαφνικά, η γατούλα σταμάτησε μπροστά σε έναν πεσμένο κορμό και νιαούρισε δυνατά. Πίσω από τον κορμό βρισκόταν ένα μικρό ελαφάκι, παγιδευμένο ανάμεσα σε αγκαθωτά κλαδιά.

«Μη φοβάσαι», του είπε η Μαγισούλα. «Θα σε βοηθήσουμε.»

Σήκωσε το μαγικό της ραβδί και προσπάθησε να ανοίξει τα κλαδιά. Όμως τα αγκάθια άρχισαν να μεγαλώνουν ακόμη περισσότερο.

Ο Φύλλης γονάτισε δίπλα τους και εξέτασε προσεκτικά το φυτό.

«Αυτά είναι αγκάθια του φόβου», εξήγησε. «Όσο περισσότερο φοβάται κάποιος, τόσο πιο γρήγορα μεγαλώνουν.»

Η Μαγισούλα κάθισε κοντά στο ελαφάκι και άρχισε να του μιλά ήρεμα. Του είπε για το σπίτι της, για τη μαμά της και για τις όμορφες ιστορίες που διάβαζαν τα βράδια. Ο Φύλλης άρχισε να σφυρίζει ένα απαλό τραγούδι του δάσους.

Σιγά σιγά, το ελαφάκι ηρέμησε και τα αγκάθια σταμάτησαν να μεγαλώνουν. Η Μαγισούλα έκανε ξανά το ξόρκι της και αυτή τη φορά τα κλαδιά άνοιξαν απαλά.

Το ελαφάκι σηκώθηκε και τους οδήγησε βαθύτερα στο δάσος. Εκεί, κάτω από ένα τεράστιο δέντρο, βρισκόταν μια μικρή κοιλάδα γεμάτη ασημένια φύλλα που λαμπύριζαν σαν αστέρια.

«Τα βρήκαμε!» φώναξε ο Φύλλης.

Οι φίλοι μάζεψαν μόνο όσα φύλλα χρειάζονταν και άφησαν τα υπόλοιπα πάνω στα δέντρα.

«Το δάσος μάς δίνει πολλά», είπε ο Φύλλης. «Γι’ αυτό πρέπει πάντα να παίρνουμε μόνο ό,τι είναι απαραίτητο.»

Πριν φύγουν, το ελαφάκι ακούμπησε τη μουσούδα του στο χέρι της Μαγισούλας. Έπειτα χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα.

Στον δρόμο της επιστροφής, οι ψίθυροι ακούστηκαν ξανά.

«Ευχαριστούμε… καλοί φίλοι…»

Η Μαγισούλα χαμογέλασε. Τώρα ήξερε ότι οι φωνές ανήκαν στα δέντρα, που τους ευχαριστούσαν επειδή βοήθησαν το μικρό ζώο και σεβάστηκαν το δάσος.

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, η Μαγισούλα διηγήθηκε στη μαμά της ολόκληρη την περιπέτεια. Η μαμά της την αγκάλιασε και της είπε πως είχε χρησιμοποιήσει τη μαγεία της με καλοσύνη και υπομονή.

Εκείνο το βράδυ, η Μαγισούλα κοίταξε τα ασημένια φύλλα πάνω στο τραπέζι και σκέφτηκε ότι το δάσος κρύβει πολλά μυστικά. Όμως το μεγαλύτερο μυστικό του ήταν πως ακούει και προστατεύει όσους φέρονται με αγάπη στα πλάσματά του.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού