Η Μαγισούλα και η Χαμένη Μελωδία του Δάσους
Ένα γλυκό πρωινό, η μικρή Μαγισούλα ξύπνησε απόλυτη ησυχία. Δεν άκουγε τα πουλάκια να κελαηδούν, τις μέλισσες να βουίζουν ούτε τα φύλλα των δέντρων να ψιθυρίζουν με τον άνεμο.
«Κάτι παράξενο συμβαίνει σήμερα», είπε και φόρεσε γρήγορα το μωβ καπέλο της.
Βγήκε στην αυλή μαζί με τη μαύρη γατούλα της. Εκεί τις περίμενε το Ξωτικό, κρατώντας ένα μικρό ξύλινο φλάουτο.
«Προσπάθησα να παίξω την πρωινή μελωδία», τους εξήγησε, «αλλά το φλάουτό μου δεν βγάζει κανέναν ήχο!»
Η Μαγισούλα ανέβηκε στη μαγική της σκούπα, ενώ το Ξωτικό και η γατούλα κάθισαν πίσω της. Πέταξαν πάνω από το δάσος αναζητώντας την αιτία της παράξενης σιωπής.
Κοντά στη λίμνη συνάντησαν μια λυπημένη νεράιδα.
«Η μαγική μελωδία του δάσους εξαφανίστηκε», τους είπε. «Κάθε πρωί γεννιέται μέσα σε ένα ασημένιο κουδουνάκι. Σήμερα, όμως, το κουδουνάκι χάθηκε».
Οι φίλοι άρχισαν αμέσως να ψάχνουν. Κοίταξαν μέσα στις κουφάλες των δέντρων, κάτω από τα μανιτάρια και πίσω από τους μεγάλους βράχους. Η γατούλα μύριζε προσεκτικά το χώμα, ώσπου βρήκε μια σειρά από μικρές ασημένιες λάμψεις.
Τα ίχνη τούς οδήγησαν σε μια σκοτεινή σπηλιά. Από το εσωτερικό της ερχόταν ένα αδύναμο κλάμα.
Η Μαγισούλα άναψε την άκρη του ραβδιού της και όλοι μπήκαν προσεκτικά. Στο βάθος της σπηλιάς βρήκαν ένα μικρό συννεφάκι. Κρατούσε στην αγκαλιά του το ασημένιο κουδουνάκι.
«Εσύ το πήρες;» ρώτησε το Ξωτικό.
«Ναι», παραδέχτηκε το συννεφάκι. «Όλοι αγαπούν τα τραγούδια των πουλιών και των νεράιδων. Κανείς, όμως, δεν αγαπά τον ήχο της βροχής μου. Ήθελα να κρατήσω τη μουσική μόνο για εμένα».
Η Μαγισούλα κάθισε δίπλα του.
«Η βροχή έχει τη δική της υπέροχη μελωδία», του είπε. «Οι σταγόνες χτυπούν στα φύλλα σαν μικρά τυμπανάκια και βοηθούν τα λουλούδια να μεγαλώσουν. Χωρίς εσένα, το τραγούδι του δάσους δεν θα ήταν ολοκληρωμένο».
Το συννεφάκι σκούπισε τα δάκρυά του και της έδωσε το κουδουνάκι.
Όταν βγήκαν από τη σπηλιά, η Μαγισούλα το κούνησε απαλά. Ακούστηκε ένα γλυκό «ντιν-νταν» και χιλιάδες χρυσές νότες πέταξαν ανάμεσα στα δέντρα. Τα πουλιά άρχισαν πάλι να κελαηδούν, οι μέλισσες βούιξαν χαρούμενα και το φλάουτο του Ξωτικού γέμισε το δάσος με μουσική.
Τότε το μικρό συννεφάκι άφησε μια απαλή βροχή να πέσει. Οι σταγόνες χτυπούσαν πάνω στα φύλλα και συνόδευαν τη μελωδία σαν μικρά κρυστάλλινα καμπανάκια.
Όλα τα πλάσματα χειροκρότησαν και κάλεσαν το συννεφάκι να παίζει μαζί τους κάθε πρωί.
Εκείνο χαμογέλασε τόσο πολύ, ώστε ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο εμφανίστηκε πάνω από το δάσος.
Η Μαγισούλα, το Ξωτικό και η μαύρη γατούλα επέστρεψαν στο σπίτι πετώντας κάτω από τα λαμπερά του χρώματα. Από εκείνη την ημέρα, όλοι θυμόντουσαν πως κάθε πλάσμα έχει τη δική του ξεχωριστή φωνή και πως η ομορφότερη μουσική γεννιέται όταν κανείς δεν μένει μόνος.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου