Η Μαγισούλα που Πήγε Σχολείο με Βαριά Καρδιά





Ένα πρωινό, η Μαγισούλα ξύπνησε πριν ακόμη φανεί καλά ο ήλιος. Το ξυπνητήρι της χτύπησε απαλά, όμως εκείνη τράβηξε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι της και έκλεισε ξανά τα μάτια.
«Δεν θέλω να πάω σχολείο σήμερα», μουρμούρισε. «Θέλω να μείνω στο σπίτι με τη μαμά μου και τη γατούλα μου.»
Η μαμά της μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε δίπλα της. Χάιδεψε τα μακριά καστανά μαλλιά της Μαγισούλας και της χαμογέλασε τρυφερά.
«Τι σε στενοχωρεί, μικρό μου αστεράκι;» τη ρώτησε.
Η Μαγισούλα έβγαλε το πρόσωπό της από την κουβέρτα.
«Φοβάμαι μήπως δεν κάνω σωστά τα ξόρκια. Μήπως τα άλλα παιδιά είναι καλύτερα από εμένα. Μήπως μείνω μόνη μου στο διάλειμμα.»
Η μαμά της την αγκάλιασε.
«Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα από την πρώτη ημέρα. Στο σχολείο πηγαίνουμε για να μάθουμε, όχι για να είμαστε τέλειοι. Και οι φίλοι σου θα είναι εκεί μαζί σου.»
Η Μαγισούλα δεν είχε ακόμη μεγάλη διάθεση, αλλά σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έπλυνε το πρόσωπό της, φόρεσε το μωβ φόρεμα με τα χρυσά αστέρια και έβαλε τα βιβλία της μέσα στη σχολική τσάντα. Η μαύρη γατούλα την ακολουθούσε παντού, σαν να ήθελε να της δώσει θάρρος.
Έξω από το σπίτι την περίμεναν η νεράιδα Λουμίνα και το ξωτικό Φύλλης.
«Καλημέρα, Μαγισούλα!» φώναξε η Λουμίνα. «Θα πάμε μαζί στο σχολείο.»
«Κι εγώ φοβόμουν σήμερα», παραδέχτηκε ο Φύλλης. «Έχουμε μάθημα με μαγικά φυτά και φοβάμαι μήπως κάνω κάποιο λάθος.»
Η Μαγισούλα τον κοίταξε με έκπληξη. Νόμιζε ότι μόνο εκείνη φοβόταν.
Οι τρεις φίλοι ακολούθησαν το μονοπάτι προς το μαγικό σχολείο. Στην αρχή, η Μαγισούλα περπατούσε αργά και κοιτούσε συνέχεια πίσω προς το σπίτι της. Όμως η Λουμίνα της μιλούσε για το καινούριο μάθημα και ο Φύλλης της έλεγε αστείες ιστορίες από το χωριό των ξωτικών.
Όταν έφτασαν στην τάξη, η δασκάλα τους, η κυρία Αστερόσκονη, τους έδωσε από ένα μικρό γλαστράκι.
«Σήμερα θα μάθουμε πώς μεγαλώνει ένα λουλούδι με τη βοήθεια της μαγείας», είπε.
Η Μαγισούλα σήκωσε το ραβδί της, αλλά τα χέρια της έτρεμαν. Το πρώτο της ξόρκι δεν πέτυχε. Αντί να εμφανιστεί ένα λουλούδι, από το χώμα ξεπήδησε ένα μικρό πράσινο καπέλο.
Μερικά παιδιά γέλασαν, αλλά η κυρία Αστερόσκονη χαμογέλασε.
«Τα λάθη μάς δείχνουν τι πρέπει να μάθουμε», είπε. «Προσπάθησε ξανά, αυτή τη φορά πιο αργά.»
Η Λουμίνα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της Μαγισούλας και ο Φύλλης της ψιθύρισε:
«Είμαστε εδώ μαζί σου.»
Η Μαγισούλα πήρε μια βαθιά ανάσα. Σκέφτηκε τα λόγια της μαμάς της, κράτησε σταθερά το ραβδί και επανέλαβε το ξόρκι.
Αυτή τη φορά, ένα μικρό μωβ λουλούδι φύτρωσε μέσα στο γλαστράκι. Τα πέταλά του είχαν χρυσά αστεράκια και άνοιγαν κάθε φορά που κάποιος χαμογελούσε.
Η Μαγισούλα ένιωσε την καρδιά της να γεμίζει χαρά.
Στο διάλειμμα, κάθισε μαζί με τη Λουμίνα, τον Φύλλη και τα υπόλοιπα παιδιά κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Έπαιξαν, μοιράστηκαν το κολατσιό τους και μίλησαν για τα μαθήματα που τους δυσκόλευαν.
Τότε η Μαγισούλα κατάλαβε ότι κανένα παιδί δεν ήξερε τα πάντα. Όλοι φοβόντουσαν κάτι και όλοι χρειάζονταν μερικές φορές βοήθεια.
Όταν τελείωσε το σχολείο, επέστρεψε στο σπίτι τρέχοντας.
«Μαμά!» φώναξε. «Στην αρχή δεν ήθελα να πάω, αλλά τελικά πέρασα πολύ όμορφα. Έκανα και ένα λάθος, όμως προσπάθησα ξανά και τα κατάφερα.»
Η μαμά της την αγκάλιασε περήφανη.
«Το θάρρος δεν σημαίνει ότι δεν φοβόμαστε», της είπε. «Σημαίνει ότι προχωράμε, ακόμη κι όταν φοβόμαστε λίγο.»
Το βράδυ, η Μαγισούλα έβαλε το μωβ λουλούδι δίπλα στο κρεβάτι της. Πριν κοιμηθεί, χαμογέλασε και τα πέταλά του άνοιξαν, γεμίζοντας το δωμάτιο με απαλό χρυσό φως.
Τώρα ήξερε ότι μερικές φορές μια ημέρα που αρχίζει δύσκολα μπορεί να τελειώσει με τον πιο όμορφο τρόπο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Νεράιδες του Ποταμού των Χαμένων Ψυχών

Το Βασίλειο της Ασημένιας Δροσιάς

Η Μαγισούλα Μάγια και ο Φύλλης στην Παραλία του Χρυσού Κοχυλιού