Η Μαγισούλα και το Συννεφάκι που Δεν Μπορούσε να Βρέξει
Ένα ζεστό πρωινό, η Μαγισούλα περπατούσε στο μαγικό δάσος μαζί με τη μαύρη γατούλα της. Τα λουλούδια είχαν σκύψει τα κεφαλάκια τους και τα μικρά ζωάκια έψαχναν λίγες σταγόνες νερό. Ξαφνικά, η Μαγισούλα άκουσε ένα σιγανό κλάμα. Πάνω από ένα ψηλό δέντρο κρυβόταν ένα μικρό άσπρο συννεφάκι. «Γιατί είσαι λυπημένο;» το ρώτησε. «Όλα τα άλλα σύννεφα μπορούν να βρέξουν, αλλά εγώ δεν μπορώ να βγάλω ούτε μία σταγόνα», απάντησε εκείνο. Η Μαγισούλα ανέβηκε στη μαγική της σκούπα και πέταξε κοντά του. Δοκίμασε ένα ξόρκι βροχής, όμως από το συννεφάκι έπεσαν μόνο πολύχρωμες σαπουνόφουσκες. Δοκίμασε ξανά και αυτή τη φορά πετάχτηκαν μικρά ασημένια αστεράκια. Το συννεφάκι άρχισε να γελά, αλλά τα λουλούδια εξακολουθούσαν να διψούν. Τότε η Μαγισούλα κατάλαβε πως το συννεφάκι δεν χρειαζόταν μαγεία, αλλά θάρρος. «Κλείσε τα μάτια σου και σκέψου πόσο πολύ θέλεις να βοηθήσεις το δάσος», του είπε. Το συννεφάκι πήρε μια βαθιά ανάσα και θυμήθηκε τα διψασμένα φυτά και τα μικρά ζωάκια. Σιγά σιγά έγινε γκρίζο και η πρώτη σταγόνα έπεσε πάνω στη μύτη της γατούλας. Ύστερα έπεσε δεύτερη, τρίτη και σε λίγο μια απαλή βροχή δρόσισε ολόκληρο το δάσος. Τα λουλούδια σήκωσαν τα κεφαλάκια τους, τα πουλιά κελάηδησαν και τα ζωάκια χόρεψαν χαρούμενα μέσα στις μικρές λακκούβες. «Τα κατάφερα!» φώναξε το συννεφάκι. Η Μαγισούλα το αγκάλιασε και του είπε: «Μερικές φορές η αληθινή μαγεία κρύβεται μέσα μας. Χρειάζεται μόνο να πιστέψουμε στον εαυτό μας». Από εκείνη την ημέρα, το μικρό συννεφάκι περνούσε συχνά πάνω από το μαγικό δάσος και χάριζε στα φυτά την πιο γλυκιά βροχή.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου