Η Μαγισούλα Φεύγει από τη Θάλασσα
Η Μαγισούλα στεκόταν στην άκρη της αμμουδιάς και κοιτούσε τα κύματα που έλαμπαν κάτω από το φως του ήλιου. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, γαλάζια και γεμάτη μικρές ασημένιες σπίθες, σαν κάποιος να είχε ρίξει μέσα της χρυσόσκονη. Δίπλα της η μαύρη γατούλα τίναζε τα πατουσάκια της, γιατί δεν της άρεσε καθόλου να έχει άμμο ανάμεσα στα νύχια της. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγουμε», είπε η Μαγισούλα και φόρεσε καλύτερα το μωβ καπέλο της. «Η θάλασσα ήταν όμορφη, αλλά το μαγικό σχολείο με περιμένει». Τότε ένα μικρό κύμα πλησίασε απαλά τα πόδια της και άφησε μπροστά της ένα κοχύλι που έλαμπε με γαλάζιο φως. Η Μαγισούλα το σήκωσε προσεκτικά. Από μέσα ακούστηκε μια γλυκιά φωνή, σαν τραγούδι του νερού. «Μην ξεχάσεις τη θάλασσα, μικρή μάγισσα. Όταν χρειαστείς θάρρος, άκου τον ήχο μου». Η Μαγισούλα χαμογέλασε και έκρυψε το κοχύλι στην τσέπη της. «Σε ευχαριστώ», ψιθύρισε. Πίσω της, η νεράιδα Λουμίνα τίναξε τα φωτεινά φτερά της, ενώ το ξωτικό μάζευε βιαστικά τα τελευταία του πράγματα μέσα σε ένα μικρό σακίδιο...